Η μάνα η φόνισσα, δημοτικό

polar-bear

Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάει λαφοκυνήγι.
Εκίνησε κι ο Κωσταντής στο δάσκαλο να πάει.
Το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρει.
Βρίσκει την πόρταν ανοιχτή, την πόρταν ανοιγμένη,
βρίσκει τη μάνα του αγκαλιά με ξένο παλικάρι.
«Ας είναι, ας είναι, μάνα μου, κι α’δε σ’ομολογήσω,
κι α’ δε το πω τ’αφέντη μου, ν’αδικοθανατίσω».
«Τί είδες, μωρέ, και τί θα πεις και τι θα μολογήσεις;»
«Καλό είδα γω, καλό θα ειπώ καλό θα μολογήσω,
κακό είδα γω, κακό θα ειπώ, κακό θα μολογήσω.»

Και με το μόσκο το πλανά και με τα λεφτοκάρυα,
και στο κελάρι το μπασε και σαν τ’αρνί το σφάζει,
σα μακελάρης φυσικός του βγάζει το συκώτι.
Σ’εννιά νερά το ξέπλυνε και ξεπλυμούς δεν είχε,
και πάλε το ξαναπλυνε και πάλιν αίμα στάζει,
και στο τηγάνι το βαλε για να το τηγανίσει.

Και να σου κι ο Ανδρόνικος στους κάμπους καβαλάρης.
Βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τ’άρματά του.
Φέρνει τα λάφια ζωντανά, τ’αγρίμια μερωμένα,
φέρνει κι ένα αλαφόπουλο, του Κωσταντή παιχνίδι.
Κοντοκρατεί το μαύρο του και τηνε χαιρετάει.
«Γειά σου, χαρά σου, ποθητή, και που ναι ο Κωσταντής μας;»
«Τον έλουσα, τον άλλαξα και στο σκολειό τον πήγα».
Φτερνιά δίνει τ’αλόγου του και στο σκολειό πηγαίνει.
«Δάσκαλε, που είναι ο Κωσταντής και που είναι το παιδί μου;»
«Δυό μέρες έχω να το ιδώ και τρείς να το διαβάσω».
Φτερνιά δίνει τ’αλόγου του, και σπίτι του πηγαίνει.
«Γυναίκα, που είναι ο Κωσταντής και που είναι το παιδί μας;»
«Στης πεθεράς μου το στειλα, κι όπου κι αν είναι θα ρθει».
Φτερνιά δίνει τ’αλόγου του, στη μάνα του πηγαίνει.
«Μάνα μου, που είναι ο Κωσταντής και που είναι το παιδί μου;»
«Έχω δυό μέρες να το ιδώ, και τρείς να το φιλήσω,
κι α’ δεν το ιδώ ως το βράδυ θε να παραλοϊσω.»
Φτερνιά δίνει τ’αλόγου του και σπίτι του πηγαίνει.
«Σκύλα, και που ’ν’ ο Κωσταντής Μικροκωσταντίνος;»
«Κάπου παιχνίδιν έβρηκε και θελά παιγνιδίζει».
«Γυναίκα, βάλε μου να φάω, να φάω να γεματίσω,
να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,
να πάω να βρω τον Κωσταντή, το φύτρο της καρδιάς μου».

Το συκωτάκι του βαλε σ’ένα ασημένιο πιάτο.
Πρώτη μπουκιάν οπού ’βαλε, το συκωτάκι πήρε,
το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέει:
«Αν είσαι σκύλος φάε με, κι Οβριός απέταξέ με,
κι αν είσαι κι ο πατέρας μου, σκύψε και φίλησέ με».
Και τη μπουκιά του απέλυσε, τρογύρω του κοιτάει.
Εβούρκωσε η καρδούλα του, εμαύρισε το φως του,
τα δάκρυα τρέξαν ποταμός κι εκόντεψε να πέσει.
Μα ναντρειώθει κι έσυρε το δαμασκί σπαθί του,
και στο λαιμό της το βαλε, της κόβει το κεφάλι.
Λιανά λιανά την έκοψε, στον ήλιο την απλώνει,
κι απο τον ήλιο στο σακί, κι απ’το σακί στο μύλο.
Κι ο μύλος εξεράλεθε κι η φτερωτή ετραγούδα:
«Άλεθε, μύλο μου, άλεθε κακής κούρβας κεφάλι.
Κάνε τ’αλεύρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη,
για να ρχουνται οι γραμματικοί να παίρνουν για μελάνι,
για να ρχουνται κι οι όμορφες να παίρνουν κοκκινάδι.»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: