Οδυσσέας Ελύτης, Τέχνη-Τύχη-Τόλμη

elytis5

Περήφανοι επαναστάτες εκείνοι που παρασταθήκανε στη γέννηση του Υπερρεαλισμού, φροντίσανε να τον εξοπλίσουνε με ρήσεις που ν’ αποκλείουν αποτελεσματικά και σε οποιαδήποτε περίπτωση την ασυνέπεια. Είπαν:

-Η ομορφιά δε μας φαίνεται απαραίτητη.

-Υπάρχει μέσα στο πνεύμα ένα σημείον όπου όλες οι αντιφάσεις συμφιλιώνονται.

-Ο ποιητής δεν επιβάλλει τη δική του φωνή αλλά διαβιβάζει τη φωνή που υπάρχει πάντοτε και αντηχεί για όλους.

-Η βαθύτερη κατανόηση του ονείρου και της σημασίας του επιβάλλει τη μεταμόρφωση του κόσμου.

-Η αισθητική δεν είναι σκοπιά της κριτικής μας.

-Η ποίηση πρέπει να γίνεται απ’ όλους, όχι από έναν.

‘Υστερα απ’ αυτά, δεν θα ‘πρεπε να μοιάζει ανώφελη η υπεράσπιση μερικών ιδανικών που για τους άλλους δεν αντιπροσωπεύουνε τίποτε πια; Κατά που ν’ ακοντιστούν τα επιχειρήματα; ‘Οσο για μένα, ξέρω κι άλλο μονοπάτι, και θα το πάρω χωρίς να με νοιάζει αν θα ενοχλήσω κανέναν. Το σφύριγμα του μοναχικού διαβάτη μες στο σκοτάδι δε σημαίνει πάντοτε φόβο.

Την εποχή που η γενική κατακραυγή έζωνε από παντού την πρώτη φούχτα των υπερρεαλιστών της Ευρώπης, μόνος, μες στο φτωχό μου αθηναίικο δωμάτιο, συνόδευα τη δράση τους μ’ έναν πεισματωμένο θαυμασμό, που δεν τον απαρνήθηκα μήτε λέω να τον απαρνηθώ ποτέ μου. Πίσω από τους θυμούς, τις υπερβολές, τις βλαστήμιες και τις αφέλειες των ανθρώπων που τρόμαζαν τόσο πολύ τους αστούς της εποχής εκείνης, δεν έβλεπα ούτε τη μόδα ούτε τη διαφήμιση ούτε τη ματαιοδοξία μιας Σχολής. Τις επιπόλαιες αυτές εκδοχές άφηνα σε πολλούς δικούς μας και ξένους κριτικούς, που έτσι ένιβαν τα χέρια τους, αλλά και γύριζαν με ανακούφιση τις πλάτες τους σ’ ό,τι οδυνηρά μπορούσε να τους θυμίσει βαθύτερες αλήθειες, αποσκεπασμένες (καιρό τώρα) με περισσήν επιμέλεια. Πλάι σε φυσιογνωμίες σαν του Andre Breton, του Paul Eluard, του Louis Aragon, του Giorgio De Chirico, του Pablo Picasso, του Salvador Dali, να μ’ επηρέαζε ότι σάλευαν και πολλές μικρές ή μεγάλες μετριότητες; Και μήπως υπήρχε καμιά άλλη παράταξη που να περιλαμβάνει στους κόλπους της μονάχα κορυφές;

Απόρριψη κάθε αυταπάτης, ανεμπόδιστη γνώση και γεύση όλων των πυρήνων της ζωής, δίψα μιας ελεύθερης ηθικής, συναισθηματική αποτίμηση του κόσμου, πίστη στην απόλυτη δύναμη του πνεύματος – να οι πιο μακρινές αλλά κι οι πιο σταθερές κορυφογραμμές του υπερρεαλιστικού ορίζοντα που ατένιζα. Μια μέρα, όταν τις διαπιστώσει η ιστορία, θα μπορέσουμε όλοι να δούμε ποιος κράτησε πόλεμο διμέτωπο, ελευθερώνοντας την τέχνη από ασφυκτικό ρασιοναλισμό, τον άγονο και στατικό ιδεαλισμό, και την εκ των άνω καθοδήγηση. Τη ζωή κανείς υπερρεαλιστής δε διανοήθηκε να την ακινητήσει κάπου. Από τα ίδια στόματα που γεννήθηκαν οι παραπάνω περήφανες φράσεις βγήκανε κι άλλες που μοναδικό σκοπό τους είχανε να κατοχυρώσουν τις δυνατότητες εξέλιξης και της αναπροσαρμογής σε μια θεωρία προορισμένη από τη φύση της να γίνεται πάντοτε πράξη – αδιάφορο  αν θα υπάρχει πίσω της ή όχι παράταξη, Σχολή, σύνθημα της ημέρας.

Η προσεκτική μελέτη κάθε υπερρεαλιστικής διδαχής μπορεί εύκολα να ξεσκεπάσει το μυστικό της διπλής της πάντοτε σημασίας, ακριβώς όπως η καλόπιστη αντιμετώπιση κάθε πρακτικής της εφαρμογής μπορεί εύκολα ν’ αποκαλύψει στον μελετητή τις δύο πάντοτε όψεις της. Η απόλυτη έκφραση, σαν ανάγκη μαχητική μιας ορισμένης ιστορικής στιγμής, δικαιώνει τη μια όψη, την πιο εφήμερη αλλά και την πιο πειστική, που κάτω απ’ την αδιαλλαξία της αποσκεπάζει μιαν άλλη, προορισμένη για ζωή πιο μόνιμη.

Αν, από τη μια μεριά, η αυτόματη γραφή φανερώθηκε κάτω απ’ τη σημαία του αποχαλινωμένου υποσυνείδητου, που πραγματώνεται έξω από τη βούληση και δεν ανέχεται την αισθητική κρίση, από την άλλη, όμως, δήλωσε τον εσώτατο πόθο του ποιητή να εξαναγκάσει την έμπνευση (τύχη και περισσόν αισθαντισμό μαζί) σε μιαν αδίσταχτη και ταχύτατη προέλαση πέρ’ από κάθε εμπόδιο ηθικό, κοινωνικό, ή αισθητικό. Γνήσια πνευματικότητα κρύβεται μέσα στην πρόθεση ετούτη όπου η ανθρώπινη, και μόνον η ανθρώπινη, ηθική καταναυμαχεί το αστικό είδωλό της. Η συνήθεια, που εξουδετερώνει την έμφυτη ροπή του ποιητή να πατήσει εκεί όπου κανείς άλλος δεν πάτησε, χτυπημένη, έπεφτε συμπαρασύροντας το πιο θολό, το πιο φθαρμένο από τη σκουριά της κοινοτυπίας μέρος του κόσμου. Το ζήτημα ήτανε ν’ απαλλαγεί ο άνθρωπος από το φόβο που τον έκανε να σταματά κάθε φορά μπροστά σ’ ό,τι -κακομαθημένος- ονόμαζε «αντιαισθητικό», «ανήθικο», «παράλογο», «επικίνδυνο». Γιατί το ποσοστό της ανθρώπινης πείρας που έμενε ως τότε κλεισμένο έξω απ’ την ποίηση, και που είχε βέβαια τα ίδια δικαιώματα στην έκφραση, όλα εκείνα τα παράφορα αισθήματα του ανθρώπου, οι πόθοι του οι τρομερότεροι, από καιρό τώρα χτυπούσαν με ανυπομονησία το πόδι μπροστά στις λογής απαγορευτικές επιγραφές που μια ορισμένη κοινωνία και μια ορισμένη τέχνη -η τέχνη της- είχανε κρεμάσει πάνω από συμβατικά και ανώφελα σύνορα.

Ο λόγος, πομπός συνάμα και δέκτης ζωής, τη φορά τούτη προπορεύτηκε. Το ξάφνιασμα του κόσμου πάνω στο ευαίσθητο και δυσκολοπροσδιόριστο σημείο της μεταμόρφωσης έγινε τόσο έντονα, που η παρθένα έκφραση, πριν κι η ίδια το καλονιώσει, βρέθηκε αναγκασμένη να συλλαβίσει την πρώτη της φράση, ενώ η αυτόματη γραφή, αποκρούοντας τον υπολογισμό, και ξαναφέρνοντας τη φαντασία στην πηγή της, γινότανε το καλύτερο της όργανο.

Αν, τώρα, δεν μπόρεσαν οι άνθρωποι όλοι, καθώς το ‘ταζε η θεωρία, να χρησιμοποιήσουνε αυτό το όργανο, ήταν γιατί δεν είχανε βέβαια όλοι τους τη δύναμη ν’ αποκρούσουνε -αναισθητώντας την άμυνα της λογικής τους- τον υπολογισμό, κι ακόμα γιατί δεν είχανε μήτε το ίδιο ψυχικό ξεχείλισμα μήτε την ίδια ποιότητα φαντασίας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις διακυμάνσεις που συναντούμε, από την άποψη του ποιητικού πλούτου, σε κείμενα γραμμένα από διαφορετικούς ανθρώπους, ή από τον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές στιγμές. ‘Ομως, από τη στιγμή που μερικοί αρχίζουν να ξεχωρίζουν πάλι ανάμεσα στους άλλους, χάρη στην ύπαρξη μέσα τους ειδικών προσόντων, η έννοια του ποιητή ξανακερδίζει το νόημά της. Η καλή πίστη του μελετητή οφείλει από κει και πέρα ν’ αναζητήσει και να βρει ποιο είναι -από την άποψη της γενικής θεωρίας της Τέχνης πλέον- το μοναδικό κέρδος που προσκόμισε στην υπόθεση της λυρικής ποίησης η αυτόματη γραφή.

Φιλοσοφικά, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, μαζί με το Ρολλάνδο ντε Ρενεβίλ, ότι στον ευοίωνο, μέσα σε κάμπους τόσο απέραντης ελευθερίας, καλπασμό της η σκέψη κατορθώνει με γρηγοράδα καταπληκτική να συλλάβει όλους, ακόμη και τους πιο ανυποψίαστους συσχετισμούς ανάμεσα στα πράγματα, και μάλιστα τόσο πειστικά, που να σημάνει την αποκάλυψη της ενότητάς τους. Κι ακόμα τούτο, που είναι πιο βασικό: ότι για να καλύψουμε ολόκληρο τον κύκλο του πνεύματος ο μόνος τρόπος δεν είναι να διευρύνουμε, χάρη σε μιαν εντατική προσήλωση, το σημείο της συνείδησης που βρίσκεται στο κέντρο του, όπως το υποστήριζε η Καθαρή ποίηση. μπορούμε να το καταργήσουμε, που είναι σα να το τοποθετούμε οποιαδήποτε στιγμή σε οποιοδήποτε σημείο του κύκλου του πνεύματος, όπως το υποστήριζε ο Υπερρεαλισμός. Αλλά η κίνηση της αυτομεθυσμένης αυτής σκέψης μας έδωσε (αν μπορεί κανείς να πει: de facto) και μερικά άλλα αποτελέσματα που αν μεταφραστούν σε σημεία της γνώριμης νοητικής μας λειτουργίας μπορούν να μας δείξουν το ρόλο που παίζει στην αποκάλυψη του αέναου γίγνεσθαι της ζωής η κεραυνοβόλα ταχύτητα της σκέψης, έτσι όπως βρήκε τον τρόπο να συντελεστεί μέσα στη ζέση της αυτόματης γραφής. Η ζέση αυτή, που είναι κατά βάθος μια υπερένταση της ζωικής θέλησης, και που έκανε τον καθηγητή Gaston Bachelard ν’ ανακράξει: «l’ardeur est un temps, ce n’est pas une chaleur», δίνει πραγματικά μια καινούρια διάσταση στην έννοια του χρόνου.

Η ποιητική μεταφορά έφτασε, δρασκελίζοντας ακαριαία τρομακτικές αποστάσεις, να δώσει την πνευματική φυσιογνωμία των πραγμάτων επάνω στην ίδια τους τη γέννηση. Και όπως ένα φυτό που πάει ν’ ανθοβολήσει δε χαρίζει ποτέ, ούτε στον υπομονετικότερο παρατηρητή, το φαινόμενο του «γίγνεσθαί» του, ενώ αν κινηματογραφηθεί και προβληθεί με επιτάχυνση μας φανερώνει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, συμπιεσμένη, την ιστορία δωδεκάδων ωρών του, έτσι κι ένα οποιοδήποτε μυστικό, μυστικό του κόσμου ασύλληπτο απ’ τη λογική εποπτεία, πέφτοντας μέσα στο χώρο της ανθρώπινης συγκίνησης, κινητοποιείται και προβάλλει ορατό, σαν καινούρια ποιητική εικόνα, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Επομένως, κι αν δεν πρόκειται να μπει ποτέ πια σ’ ενέργεια το όργανο τούτο, φτάνει ότι μας άνοιξε τα μάτια επάνω σε τρεις θεμελιακές αρχές: την απόλυτη πραγματικότητα του πνεύματος,  την αδιάκοπη μεταμόρφωση της ζωής μέσα στην ίδια της κίνηση, και την ύπαρξη των αφιλόκερδων συσχετισμών ανάμεσα στα στοιχεία του κόσμου, που όχι μόνο βάζουνε τέρμα σε μια οιονεί δουλική αντίληψη της ζωής, αλλά και προσφέρουνε την ευκαιρία στη λυρική εξομολόγηση να πετύχει μια περισσότερο ακριβολογημένη και ακέραιη διατύπωση.

Με τον καιρό, έγινε πια συνείδηση ότι μια διαφορετική τάξη του κόσμου, κυβερνημένη από τη συγκίνηση, βασίλευε μέσα σε κάθε συναίσθημα. κι ότι για ν’ αποδώσει κανείς αυτό το συναίσθημα πολύ πιο άμεσα είχε δικαίωμα, και χρέος, να κυνηγήσει τους αντίστοιχους σ’ αυτή την καινούρια τάξη συνδυασμούς του λόγου, τις αντίστοιχες για την πανευφροσύνη της φαντασίας εικόνες. Μια άλλου είδους ψυχική λειτουργία γεννήθηκε από την πείρα της αυτόματης γραφής. Αυτή όπλισε όχι μονάχα τον υπερρεαλιστή, αλλά μια για πάντα τον ποιητή, με την δυνατότητα να πραγματώνεται άμεσα και ουσιαστικά μέσ’ απ’ αυτό που ονόμασα άλλοτε διαύγεια του συναισθήματος. Μιλώ για το θάρρος να επιχειρείς τους πιο απίθανους γάμους των στοιχείων του κόσμου ξέροντας -κι εδώ βρίσκεται όλη η υπεροχή της Ποίησης απέναντι στην Επιστήμη- ότι δυο απλά, δυο ταπεινά, στον καθημερινό τους ρόλο, πράγματα μπορούν, βγαίνοντας από τη δουλική τροχιά τους και συγγενεύοντας αιφνιδιαστικά, να σιμώσουνε μέσ’ απ’ ολόκληρο το βάρος της υπόστασής μας το δραματικό ανθρώπινο αίνιγμα. Από δω κι εμπρός ό,τι και να κάνουν, όπως κι αν στοχαστούν, μ’ όποιο τρόπο κι αν πραγματοποιηθούν οι νεότατοι ποιητές, κατέχοντας πια φυσιολογικά έναν καινούριο τρόπο ερμηνείας του κόσμου, πρέπει να ξέρουν ότι βρίσκονται μέσα σ’ εκτάσεις κατακτημένες από τον Υπερρεαλισμό κι ότι δε θα ‘τανε διόλου μάταιο αν έκαναν τον κόπο, πριν προσπεράσουν τις εντολές του, να τις γυρίσουνε από την άλλη, για να δουν τη μόνιμη όψη τους, ν’ ακούσουνε, πίσω από το επίκαιρο, το αιώνιο κήρυγμά τους.

Θα ‘βλεπαν τότε ότι πίσω από το κήρυγμα «η ποίηση πρέπει να γίνεται απ’ όλους, όχι από έναν» κρυβότανε η καθαίρεση της θεοκρατικής αντίληψης για τη φύση και τον προορισμό του ποιητή. πίσω από το λόγο «η ομορφιά δεν μας φαίνεται απαραίτητη» κρυβότανε  η αντικατάσταση της καθιερωμένης έννοιας της ομορφιάς από μιαν άλλη καινούρια. πίσω από τη φράση «η αισθητική δεν είναι σκοπιά της κριτικής μας» κρυβόταν το σύνθημα: τέλος σε μια περίοδο που περιόρισε την τέχνη στη δεξιοτεχνία. πίσω από τη γνώμη » το όνειρο πρέπει να κηρύχνει το μετασχηματισμό του κόσμου» κρυβότανε η πεποίθηση ότι ο δημιουργός πρέπει να επιβάλει μια νέα τάξη στα στοιχεία που του προσφέρει ο αισθητός κόσμος. τέλος, πίσω από τη ρήση «υπάρχει ένα σημείο του πνεύματος όπου όλες οι αντιθέσεις συμφιλιώνονται» κρυβόταν η πίστη στην υπερπραγματικότητα και, μέσ’ απ’ αυτή, στην πολυπόθητη ενότητα των πάντων.

Δεν είναι συντηρητική η διάθεση που με σπρώχνει στις διαπιστώσεις αυτές, κι ο σκοπός μου δεν είναι να μαλακώσω καμιά τραχιά γραμμή ούτε ν’ αμβλύνω καμιά προεξοχή στο παράδοξο υπερρεαλιστικό αρχιτεκτόνημα. Θέλησα μονάχα, έστω και υπερβάλλοντας, να βγάλω στο φως μερικές από τις διάσπαρτες νύξεις που η μοντέρνα δραστηριότητα πέτυχε, δίχως άλλο, να προξενήσει στο μεγάλο σώμα της ποίησης. ‘Ισως τα κριτικά μου λόγια να φαίνονται δυσανάλογα μπροστά στ’ αποτελέσματα. ‘Οποιος όμως κατορθώνει να ισοφαρίζει σε σημασία μέσα του τη μεγαλοπρεπέστερη θεωρία με την πιο ασήμαντη εμπειρία, ολόκληρη τη φιλοσοφία του Εγέλου, π.χ., με την απλή αίσθηση λίγης καυτερής άμμου σ’ ένα παριανό γιαλό, θ’ αφήσει τους σοφούς να γελάσουν και θα γίνει ποιητής. Κι αν το πιο σωστό πράγμα είναι να δίνει ένας ποιητής μονάχα μια προσωπική εντύπωση από την πολυχρόνια θητεία του σε κάτι, θα πω τότε, σχετικά με την αυτόματη γραφή, πως εμένα η πρώτη μου εντύπωση μοιάζει πολύ με την έκφραση της ευγνωμοσύνης που νιώθει ο άνθρωπος απέναντι στον εσωτερικό κι εξωτερικό πλούτο που του δόθηκε να εκμεταλλευτεί, πάει να πει, με την έμπρακτη αναγνώριση της επάρκειας του κόσμου τούτου στους άπειρους συνδυασμούς των αγαθών του.

Βρήκα και άλλοτε την ευκαιρία, μιλώντας για τη ζωγραφική, να παρατηρήσω πόσο μερικοί καλλιτέχνες, όπως ο Τελωνοφύλακας Ρουσσώ ή ο φουστανελάς Θεόφιλος, που δουλέψανε με μόνο κίνητρο το πάθος της πλαστικής έκφρασης και που μετουσιώσανε ψυχή και υλικό αντικείμενο σ’ ένα και το ίδιο καλλιτεχνικό γεγονός, πόσο βαθιά ήτανε ποτισμένοι από την ιερή τούτη συναίσθηση του άπειρου φυσικού πλούτου μέσα στα έργα τους.

Μεταθέτοντας συστηματικά στο πνεύμα διαθέσεις ωσάν αυτές, οι μοντέρνοι ποιητές και καλλιτέχνες (που δοκίμασαν, από έναν αντίθετο δρόμο, να φτάσουνε την αγνή ψυχική κατάσταση του πρωτόγονου μπροστά στο θέαμα της ζωής και της φύσης) συμβαδίσανε, δημιουργώντας έργα που τα εξαγόμενά τους είναι πάνω-κάτω τα εξής:

(1) Εσωτερικός κι εξωτερικός κόσμος, στην απειρία των συνδυασμών τους, αποτελούνε μια πραγματικότητα που πατρίδα της έχει το πνεύμα.

(2) Η έννοια της παρανομίας στην περιοχή του πνεύματος είναι ανύπαρκτη.

(3) Η Ποίηση εκφράζει άμεσα το πνεύμα, που η περιφέρειά του είναι αφάνταστα μεγαλύτερη από την περιφέρεια της συνείδησης.

(4) Σημαντικό μέρος της ζωής αδυνατεί να βρει την έκφρασή του σ’ αυτή την περιοχή της συνείδησης.

(5) Η συνεργασία όλων των στοιχείων του κόσμου είναι πιθανή, δυνατή, κι επιθυμητή.

(6) Τα αντικείμενα πρέπει να ενσωματώνονται στην αναγκαιότητα των ανθρώπινων πόθων.

(7) Η συναισθηματική αποτίμηση του κόσμου δίνει διαφορετικό περιεχόμενο στην έννοια της ζωής. Ξανατοποθετεί, μάλιστα, στο κέντρο του ανθρώπου την πηγή της ελευθερίας του.

Οδυσσέας Ελύτης, Τέχνη-Τύχη-Τόλμη (απόσπασμα)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: