Γκόττφρηντ Μπεν, Εξπρεσσιονισμός

kg_bruecke_240

Ο… εξπρεσσιονισμός, ως τεχνοτροπία είναι πολύπλευρος στις εμπειρικές του τροπές, ενιαίος όμως στην εσωτερική θεμελιώδη θεώρησή του· σκοπός του είναι ο κατακερματισμός της πραγματικότητας, η άτεγκτη «πορεία προς τη ρίζα των πραγμάτων», ώσπου αυτά να μην χρωματίζονται, να μην νοθεύονται, να μην εκθηλύνονται πλέον ατομικά και αισθησιοκρατικά, να μην απαξιώνονται διολισθαίνοντας στον ψυχολογισμό, αλλά, μέσα στη μη αιτιακή διαρκή σιωπή του απόλυτου Εγώ, να είναι έτοιμα να ανταποκριθούν στην σπάνια κλήση του δημιουργικού πνεύματος· προαναγγελίες αυτής της τεχνοτροπίας συναντούμε σε όλο τον 19ο αιώνα.

Στον Γκαίτε βρίσκουμε πολυάριθμα χωρία αμιγώς εξπρεσσιονιστικά, για παράδειγμα περίφημους στίχους του τύπου: «ξεδοντιασμένα τρίζουν τα σαγόνια και αναρριγούν τα κόκκαλα, από την έσχατην αχτίδα μεθυσμένος» κ.λπ., εδώ δεν είναι πλέον το περιεχόμενο που συνδέει μεταξύ τους τους επί μέρους στίχους, παρά μόνο η έκφραση· δεν αναπτύσσεται ένα θέμα κλειστό, αλλά η συνάφεια δημιουργείται από εσωτερικά ερεθίσματα, από μαγικούς συνδετικούς καταναγκασμούς καθαρά υπερβατικού είδους. Πληθώρα τέτοιων χωρίων βρίσκουμε στο δεύτερο μέρος του Φάουστ, και γενικά στο έργο του Γκαίτε, ιδίως του όψιμου. Το ίδιο ισχύει για τον Κλάιστ, η Πενθεσίλεια είναι ένα ακραιφνές όργιο ερεθισμάτων, δραματικά και στιχουργικά οργανωμένο. Κατόπιν το βρίσκουμε στον Νίτσε, η θρυμματισμένη λυρική ποίηση του οποίου, όπως και εκείνη του Χαίλντερλιν, είναι καθαρά εξπρεσσιονιστική: φόρτιση της λέξης, λιγότερα λόγια, ακραία συμπύκνωση της δημιουργικής έντασης, στην ουσία έχουμε να κάνουμε με μιαν έξαψη που εκπορεύεται απ’ τις τεταμένες λέξεις, και αυτές οι λέξεις, οι εξημμένες μ’ έναν τρόπο εξ ολοκλήρου μυστικό, εξακολουθούν κατόπιν να ζούν με μια ανεξήγητη πράγματι δύναμη υποβολής […]

Τούτη η έσχατη μεγάλη καλλιτεχνική έξαρση της Ευρώπης, τούτη η έσχατη δημιουργική ένταση, που στάθηκε τόσο μοιραία ώστε απ’ αυτήν να ξεπηδήσει μια νέα τεχνοτροπία, πόσο παράδοξο να την απορρίπτουμε σήμερα διαρρήδην! Γιατί βέβαια ο εξπρεσσιονισμός αυτός δεν ήταν παρά το απόλυτο, η αντιφιλελεύθερη λειτουργία του πνεύματος σε μια εποχή που οι μυθιστοριογράφοι, οι λεγόμενοι εποποιοί, από τη μια, και οι τραγουδοποιοί του συρμού και οι κωμικοί των καμπαρέ, από την άλλη, πετούσαν κατά πρόσωπο της Γερμανίας, οι πρώτοι, την ασυμμάζευτη λογοδιάρροιά τους, μείγμα παρωχημένου ψυχολογισμού και της ελεεινότερης αστικής κοσμοθεώρησης, και οι δεύτεροι, τις σηψαλέες ριμάδες που γεννοβολούσε ο νους τους μέσα στα καταγώγια και τα ταβερνεία. Σε κάθε περίπτωση επρόκειτο ασφαλώς για μια κανονική μάχη, για την εκδήλωση μάλιστα ενός ξεκάθαρου ιστορικού νόμου […]

Μέσα σ’ αυτό το φρικαλέο χάος της αποσύνθεσης της πραγματικότητας και της διαστρέβλωσης των αξιών, οι εξπρεσσιονιστές θεώρησαν αναγκαίο και επιβεβλημένο να αγωνιστούν με μέσα σοβαρά για μια νέα εικόνα του ανθρώπου. Σήμερα είναι εύκολο να τα χαρακτηρίζουμε όλα αυτά ολέθρια, λαοφθόρα και διαστροφικά, αφού διαθέτουμε πλέον τούτο το μεγαλειώδες εθνικό κίνημα που εργάζεται για να δημιουργήσει νέες πραγματικότητες, νέες πυκνώσεις, νέες μεταγγίσεις ουσίας στα ολότελα φθαρμένα πια στρώματα, και που ολοφάνερα διαθέτει την απαιτούμενη ηθική σκληρότητα ώστε να θέσει τα θεμέλια πάνω στα οποία θα ορθωθεί μια νέα ευτυχέστερη τέχνη. Μιλούμε όμως για μια εποχή που δεν υπήρχαν ακόμη όλα αυτά, που όλα ήταν κενά, που επί των υδάτων δεν πλανιόταν το πνεύμα του Θεού αλλά του μηδενισμού, και που για μια ολόκληρη γενιά Γερμανών είχαν ισχύ τα λόγια του Νίτσε, ότι η τέχνη είναι η μόνη μεταφυσική πράξη στην οποία μας υποχρεώνει ακόμη η ζωή […]

Σε τελική ανάλυση, κανείς, ακόμα και εκείνος που δεν θέλει να δει στον εξπρεσσιονισμό τίποτα απολύτως το αισθητικά θετικό, δεν θα έπρεπε να αμφισβητεί ότι ταυτίστηκε με την εποχή του και, επιπλέον, με τα αμάχητα επιτεύγματά της και το κάθε άλλο παρά ξένο προς το λαό, όπως αποδείχτηκε, ύφος της: ο εξπρεσσιονισμός ήταν στο πεδίο της αισθητικής το ακριβές αντίστοιχο της μοντέρνας φυσικής και της αφηρημένης ερμηνείας των κόσμων, η εκφραστική παράλληλος στα μη ευκλείδεια μαθηματικά που εγκατέλειψαν τον κόσμο της κλασσικής έννοιας του χώρου των τελευταίων δύο χιλιάδων χρόνων για να ανοιχτούν στους χώρους του εξωπραγματικού […]

Όλοι οι γνήσιοι εξπρεσσιονιστές… μέσα από το χαοτικό τους περιβάλλον και παρελθόν, υπέκυψαν σε μια ισχυρότατη εσωτερική ανάγκη, όχι κοινή στις περισσότερες γενιές, να αναζητήσουν μια νέα συνεκτική εικόνα του κόσμου και ένα νέο νόημα της ιστορίας. Το αίτημα της μορφής και της πειθαρχίας αναδύεται για μας στο παρόν με εξαιρετική σφοδρότητα μέσα από το παρορμητικό, βίαιο και εκστατικό Είναι που μας σφράγισε εξ αρχής και διαποτίζει τη ζωή μας έως και σήμερα. Γιατί ακριβώς ο εξπρεσσιονιστής αισθάνθηκε την βαθιά υλική αναγκαιότητα την οποία απαιτεί ο χειρισμός της τέχνης, το χειρωνακτικό της ήθος, την ηθική της μορφής. Αυτός είναι που επιζήτησε την πειθαρχία, επειδή υπήρξε από τους ανθρώπους ο πιο σαθρός. Και κανείς τους, ζωγράφος, μουσικός ή ποιητής, δεν θα επιθυμούσε άλλον επίλογο στον μύθο, παρά τον θάνατο του Διονύσου και την ανάπαυσή του στα πόδια του εναργούς δελφικού Θεού.

μετάφραση Κ. Κουτσουρέλη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: