Μαργαρίτα Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος

snobaby

(Χαρισμένο στην Ήριννα για τα « Λάθη Γραμματικής»)

1.

Μένουμε δίπλα στο παλάτι.
Στο παλάτι μένουνε ο βασιλιάς, η βασίλισσα και οι λοιποί συγγενείς. Στη μεγάλη πόρτα, για να τους φυλάνε, έχουνε νταντάδες με άσπρες φουστανέλες και κόκκινα χνουδωτά καπέλα. Στα γύρω γύρω, γυαλιστεροί αστυνόμοι φυλάνε τους τοίχους μήπως το σκάσουνε ο βασιλιάς, η βασίλισσα και τα παιδιά τους. Αυτούς όμως δεν τους νοιάζει διόλου. Έχουνε κοτζάμ κήπο για να παίζουνε. Κάθε μέρα τους επισκέπτονται και στρογγυλοί κύριοι που μοιάζουν με χελώνες, κι έτσι έχουνε παρέα.
Το σπίτι μας «εμάς» είναι μεγάλο.
Τα βράδια η γιαγιά σεργιανάει στο σαλόνι και μου δείχνει τους προγόνους. Κάθονται σε πολυθρόνες για να ξεκουραστούν. Κάτω από κάθε όνομα, ένα φωτάκι, και τα κάδρα χρυσά και με τρυπίτσες σαν τυρί. Να κι ο Στρατηγός. Το χέρι μέσα στο σακάκι για να ξεκουμπωθεί κι η ματιά του κατευθείαν στον μπουφέ.
«Ο Στρατηγός», μου λέει η γιαγιά, «έβαλε σε τάξη την Ελλάδα».
Φαντάζομαι το Στρατηγό να συγυρίζει την Ελλάδα και να βάζει κυρίους και κυρίες στα συρτάρια.
Την Κυριακή η γιαγιά δέχεται στο σαλόνι. Απόψε ήρθε μόνο ο κύριος Άρης. Είναι μυτερός σαν μολύβι, πρεσβευτής και ποιητής.
Φάγαμε. Ο Πέτρος φέρνει τα γλυκίσματα και τον καφέ, ο κύριος Άρης θ’ απαγγείλει. Απαγγέλει. Μ’ αρέσει και γελάω, γιατί κάθε λίγο τελειώνει με τον ίδιο ήχο κι έμαθα κι εγώ να παίζω το παιχνίδι.
«Τυρί-ψωμί», φωνάζω, αλλά δεν γελάει κανείς. Ο κύριος Άρης με κοιτάει και λιώνει από κομψότητα.
Τους παρατάω, τρέχω στην κουζίνα, κάτω απ’ τη φούστα της Φανής. Η Φανή πλένει τα πιάτα, δεν έχει ηλικία γιατί είναι τρελή.
«Είσαστε όλοι βρωμεροί», μου λέει. «Βρωμεροί. Το χρήμα σας βρωμάει σαν το μυαλό σας».
«Πες μου για τον πόλεμο, Φανή».
Κάθεται στο σκαμνί, τα χέρια της σκάβουν τον αέρα, γίνονται λαμπάδες.
«ΜΕΤΑ», βρυχάται, «σαν μείναμε αναμεταξύ μας και τα τραγούδια μας είχαν φουσκώσει τις πέτρες και τον ουρανό, ο ποιητής και γαϊδουροπρεσβευτής κι ομοιοκαταληξής κύριος Άρης βούτηξε κάτω από το τραπέζι φωνάζοντας “Ιστορική στιγμή!” Κι ο παππούς σου είπε στη γιαγιά σου: “Σαπφώ μου, ώρα να πεθάνω”. Εμείς κατεβήκαμε στους δρόμους, ρουφούσαμε αέρα σαν τρελοί, δεν λέγαμε να χορτάσουμε. Εσείς είχατε μικρύνει, είχατε γίνει σαν κουκιά».
Μυρίζει αίμα η Φανή και την πλησιάζω.
«Μας φάγατε και πάλι, μας φάγατε, ξεκοιλιασμένοι χιλιαράδες…» Μέσα στο κλάμα πιάνει το τραγούδι.
Την Κυριακή, ένας άντρας έρχεται για τη Φανή: «Αντάρτη μου», τον λέει. Τεντώνεται όλη προς τα μπρος, έτοιμη να τον ρουφήξει. Κι ο Στάθης μου λέει για τον πόλεμο.
«Ήμουν στα βουνά παρέα με τον Άρη», ψιθυρίζει και τα μάτια του γίνονται βελούδα.
«Ήσασταν με τον κύριο Άρη μας;» ρωτάω.
Κι αυτός τραντάζεται σαν δέντρο, το γέλιο του μπαίνει στο στόμα της Φανής, τραντάζεται κι αυτή, γελάνε οι κατσαρόλες και τα πιάτα, γελάνε τα ποτήρια, τα πιρούνια και το τσαγερό, η κουζίνα πάει να σκάσει. Τα μάτια τους χαϊδεύονται, τώρα η κουζίνα τρίζει απ’ τις ανάσες, ο Στάθης φουσκώνει σαν παγόνι στο Βασιλικό Κήπο, η Φανή πιάνει το στήθος της και το ζουλάει, γραπώνονται και τρέχουν σαν τυφλοί για το δωμάτιο, χέρια πόδια χταπόδια.
Ανεβαίνω στο σαλόνι.
«Άρη μου, λίγο γάλα; Δοκίμασε κι αυτά τα buns, είναι εξαιρετικά».
Κρυώνω. Και πεινάω. Παράπονο με πιάνει, δεν ξέρω κι εγώ γιατί. Πάω στο δωμάτιό μου να κοιτάξω το καινούργιο μου βιβλίο. Κλαίω καθώς γυρίζω τις σελίδες. Είναι για το Βόρειο Πόλο.
.

2.

Όπως κάθε Πέμπτη, ήμουν στου θείου Χαρίλαου για να παίξουμε με το μακρύ κόκκινο τρένο που του’ χε χαρίσει η θεία Πάτρα για τα γενέθλιά του.

Ξαπλωθήκαμε χάμω στο σαλόνι, βάλαμε γύρω από τις ράγες δέντρα, σχολεία και σταθμούς, και το σαλόνι έγινε ο κόσμος.
Ο θείος Χαρίλαος δεν είχε όρεξη να παίξει. Όλο έπιανε το λαιμό του και ξέσφιγγε τη γραβάτα του.
«Ξέρεις να φτιάχνεις κόμπους;» με ρώτησε.
«Η Miss Benbridge μου’ χε μάθει κάτι ωραίους», του είπα.
Έφερε ένα χοντρό σχοινί απ’ την κουζίνα και κάναμε πολλούς κόμπους, για να μάθουμε καλά. Μετά πήγαμε στο δωμάτιό του, κρεμάσαμε το σχοινί πάνω στο ταβάνι κι ο θείος Χαρίλαος το πέρασε γύρω απ’ το λαιμό του. Ήθελα κι εγώ να παίξω.
«Άλλη φορά», μου είπε, «σήμερα είναι η σειρά μου. Αν με βοηθήσεις να παίξουμε καλά, την άλλη Πέμπτη, σ’ το υπόσχομαι, θα’ ναι η σειρά σου».
Δοκιμάσαμε πολλές φορές, αλλά μια το σχοινί ήταν μακρύ και μια κοντό, ο θείος Χαρίλαος άρχισε να κλαίει.
«Ούτε αυτό δεν μπορώ να κάνω», μου είπε και κάθισε χάμω κλαίγοντας, το πρόσωπο μες στα χέρια του.
Κάθισα χάμω κι εγώ, με πήρε στην αγκαλιά του και μου ζήτησε να του πω ένα παραμύθι.
«Θα σου πω για τον Άνθρωπο-Πουλί», του είπα. «Ο Άνθρωπος-Πουλί ζούσε σ’ ένα ψηλό βουνό κι αγαπούσε τη Γυναίκα-Ψάρι. Αλλά δεν μπορούσανε ποτέ να συναντηθούνε, γιατί ούτε αυτός έμπαινε μέσα στο νερό ούτε κι αυτή πετούσε. Γι’ αυτό και το Πουλί πάντα πετούσε πάνω από τη θάλασσα και το Ψάρι ακολουθούσε μες στα κύματα, ώσπου το Πουλί το σκέπασε κι έγινε η Σκιά του. Πριν κανείς μας δεν είχε Σκιά, περπατούσαμε σκέτοι και κρυώναμε. Από τότε όμως, γεννήθηκε η Σκιά και τώρα όλοι έχουμε μια για να μας κρατάει παρέα».

Ο θείος Χαρίλαος άρχισε να κλαίει πιο δυνατά.«Εγώ ούτε σκιά δεν έχω. Εγώ δεν έχω τίποτα, είμαι ο μόνος που δεν έχω. Να, κοίτα, δεν έχω!» Έκλαιγε, το δάχτυλο τεντωμένο πάνω στον άσπρο τοίχο, που ήταν άσπρος.Είχε σκοτεινιάσει, ανάψαμε το φως.«Κασσάνδρα, έλα να ξαναδοκιμάσουμε».Ανέβηκε πάνω στο σκαμνί, πέρασε το σχοινί γύρω απ’ το λαιμό του, κι εγώ τράβηξα ξανά απότομα το σκαμνί κάτω απ’ τα πόδια του.Αυτή τη φορά ο θείος Χαρίλαος άρχισε να πετάει μες στο δωμάτιο, κουνώντας και τα χέρια του για να πάρει φόρα.Τότε είδα τη σκιά του που πετούσε πάνω στον τοίχο και του’ κανε παρέα.«Θείε Χαρίλαε, κοίτα, κοίτα!»Αλλά τα μάτια του είχανε γίνει άσπρα και σκέφτηκα πως ποτέ δεν είχα δει τόσο ωραία σκιά, χόρευε πάνω στον τοίχο, κι ο θείος Χαρίλαος, τα χέρια τεντωμένα, προσπαθούσε να την πιάσει.


4 Σχόλια to “Μαργαρίτα Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο Λύκος”

  1. αυτό το βιβλίο καλώς ή κακώς το αγόρασα από την έκθεση βιβλίου του σχολείου στο Δημοτικό.11χρονών. Θυμάμαι είχα ρωτήσει τον δάσκαλό μου αν ήταν καλό βιβλίο μιας και μάρεσε πάρα πολύ η ζωγραφιά του εξώφυλλου με τον λύκο και το κοριτσάκι. Ο δάσκαλος είπε ναι, αλλά με αινιγματικό τρόπο.

    Κορίννα Θανκς

  2. επίσης, να σου πω Κορρίνα μιας και δε θα το ξέρεις…

    από δημοσίευση στο Εθνος… λίγες μέρες πριν τα μεγάλα επισόδεια στην Αθήνα σε κάποιο νοσοκομείο…

    Εφυγε από τη ζωή η Μαργαρίτα Καραπάνου
    Η δημιουργός του «Υπνοβάτη», μια μελαγχολική και ιδιότυπη συγγραφέας με έντονα ψυχαναλυτικά στοιχεία στο έργο της, έσβησε στα 62 της στο νοσοκομείο.

  3. Λοιπόν, πάντα ο δάσκαλος φταίει για όλα-Νοτάριε περιμένω να παρέμβεις.

  4. Το γνωρίζω Ήριννα, ήταν κι αυτός ένας απο τους λόγους που τη μνημονεύω με αυτή την ανάρτηση, εκτός απο τη συγγένεια που βρήκα πως έχετε. Άλλωστε έχω κι εγώ μια ιδιόμορφη σχέση με την Μαργαρίτα, παρ’ότι δεν τη διάβασα στο δημοτικό, ευτυχώς:-)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: