Κόριννα, Ο ΠανταΧού

691

Στο καφενείο μπήκα το πρωί,
μου λέγει ένας θαμών ρεμάλι
«εδώ, εδώ ήτανε, πικρό βαρύ τον έπινε».
Στου δημαρχείου τα σκαλιά την έβγαλα τ’απομεσήμερο,
μου λεν τα περιστέρια τα χοντρά
«εδώ, εδώ ήτανε, τις κουτσουλιές σιχτήριζε».
Στους άδειους γρανιτόδρομους τριγύριζα το σούρουπο,
μικρό παιδί μου φώναξε
«εδώ, εδώ ήτανε, και τσικουλάτο μου δωκε».
Στο αδειανό σπιτάκι μας επέστρεψα ξημέρωμα,
ως και τ’αυτιά των τοίχων μου ’πανε
«κι εδώ, κι εδώ ήτανε, παντού ήτανε»
-μα εγώ, δε σ’είδα πουθενά.

2 Σχόλια to “Κόριννα, Ο ΠανταΧού”

  1. Αντιμέτωπη με τα αφτιά που έχουν οι τοίχοι και τους τοίχους που έχουν τα αφτιά.Αντιμέτωποι.

  2. Αμα βάλεις δε, και τα μάτια και τις μύτες, και τα δάκρυα και τις μύξες, καταλαβαίνεις πού οδηγούμαστε..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: