Κωστής Παλαμάς, Ανατολή

pala-skitso12

Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,
λυπητερά,
πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Eίναι χυμένη από τη μουσική σας
και πάει με τα δικά σας τα φτερά.

Σας γέννησε και μέσα σας μιλάει
και βογγάει και βαριά μοσκοβολάει
μια μάννα· καίει το λάγνο της φιλί,
κ’ είναι της Mοίρας λάτρισσα και τρέμει,
ψυχή όλη σάρκα, σκλάβα σε χαρέμι,
η λαγγεμένη Aνατολή.

Mέσα σας κλαίει το μαύρο φτωχολόι,
κι όλα σας, κ’ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρό κι αργό·
μαύρος, φτωχός και σκλάβος και ακαμάτης,
στενόκαρδος, αδούλευτος, ― διαβάτης
μ’ εσάς κ’ εγώ.

Στο γιαλό που τού φυγαν τα καΐκια,
και του μείναν τα κρίνα και τα φύκια,
στ’ όνειρο του πελάου και τ’ ουρανού,
άνεργη τη ζωή να ζούσα κ’ έρμη,
βουβός, χωρίς καμιάς φροντίδας θέρμη,
με τόσο νου,

όσος φτάνει σα δέντρο για να στέκω
και καπνιστής με τον καπνό να πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
και κάποτε το στόμα να σαλεύω
κι απάνω του να ξαναζωντανεύω
τον καημό που βαριά σάς τυραννά

κι όλο αρχίζει, γυρίζει, δεν τελειώνει.
Kαι μια φυλή ζη μέσα σας και λυώνει
και μια ζωή δεμένη σπαρταρά,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,
λυπητερά.

11 Σχόλια to “Κωστής Παλαμάς, Ανατολή”

  1. Το ελληνικό duende…

    Ποιος ξέρει κι άλλα;

  2. Ή, για να μιμηθώ την Τελέσιλλα:

    Έχει ντουέντε η ελληνική ποίηση;

  3. Ντίνος Χριστιανόπουλος, Όσο με πληγώνεις

    Ολόκληρος στον έρωτα δοσμένος,
    άλλη χαρά δεν έχω παρά μόνο
    στην άγρια σου ματιά να κρυφολιώνω
    και να σου είμαι πάντα υποταγμένος.

    Κι όταν στα πόδια σου γονατισμένος,
    τ’ απελπισμένα χέρια μου απλώνω
    κι εσύ με διώχνεις, νιώθω τέτοιον πόνο,
    που ευφραίνομαι, σα σκύλος κλοτσημένος.

    Σκληρό αγόρι, όσο με πληγώνεις,
    τόσο και πιο πολλή χαρά μού δίνεις∙
    σκιρτά η ψυχή μου όταν τη ματώνεις

    και τρέμει από φόβο μήπως γίνεις
    πιο τρυφερός μια μέρα – γιατί ξέρει
    να χαίρεται μονάχα αν υποφέρει.

    ——————————————————————-
    Τάσος Καπερνάρος, Ερωτικός παροξυσμός ενός θηλυκού σιγαρέττου

    Απο τούτη τη φυλακή βγάλε με.
    Απο το θάλαμο με τα είκοσι νεκρά στρατιωτάκια
    μακριά μακριά οδήγησέ με.
    Άβολο κι άκομψο το πακέτο τσιγάρων
    κι ούτε μια χαραμάδα που να μπαίνει αέρας.
    Αγαπημένο χέρι στα χέρια σου πάρε με
    και τους δρόμους
    τους δρόμουςμε τον θόρυβο και τα πολλά καυσαέρια
    τους δρόμους με τα περιπολικά που σου παγώνουν το αίμα
    τους δρόμους με τα χιλιάδες πατημένα αποτσίγαρα
    φέρε στο βλέμμα μου.
    Άναψέ με μετά.
    Σφίξε απαλά το κορμί μου.
    Μύρισε βαθειά την ανάσα μου.
    Φίλησέ με παντού.
    Οι χυμοί μου θα γίνουν ατμός με τη φλόγα σου.
    Σαν καπνός ψηλά θα χυθούνε.
    Δάγκωσέ με,
    με μανία δάγκωσέ μου το στήθος
    -το φίλτρο που έχεις στο στόμα σου.
    Να σπαράξω, να σπαράξω στα χείλη σου
    να δω το κορμί να ματώνει
    να χυμήξω βαθιά στο λαιμό σου.
    Κάπνισέ με εν μέση οδώ.
    Τελείωσέ με ως το μεδούλι.
    Να βογγούν απο δίπλα τ’αμάξια
    και να σπούν οι βιτρίνες.
    Τελείωσέ με
    με δυό-τρείς δυνατές ρουφηξιές
    να μη μείνει
    να μην περισέψει τίποτα από μένα.
    Καπνός να ’χω γίνει και τέφρα
    να μην έχω πλέον κορμί
    μα σ’ένα άλλο κορμί
    -στο δικό σου-
    να ’χω δώσει, να χω πάρει τα πάντα.
    —————————————————————–

    Γιάννης Σκαρίμπας, Ουλαλούμ

    Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
    απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
    κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά
    κι από τα δάσα.

    Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
    αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
    και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
    και νειό φεγγάρι . . .

    Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
    στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
    και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
    χρυσή κουβέντα:

    . . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπά»
    που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
    καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
    προς τη Σελήνη . . .

    . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

    Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
    κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
    μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
    κι εσύ με μένα.

    Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
    που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
    Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
    κι εσύ κοντά μου . . .

    ——————————————————————
    Κωσταντίνος Χατζόπουλος

    Και θαμπό ήρθε το βράδυ
    και θλιμμένο και αχνό―
    Σου είναι ο πόνος μου χάδι
    κι ας θαρρής δεν πονώ.

    Και το θρύλο σού λέει
    σιγαλά του βραδιού,
    και το λέει και κλαίει
    σαν αχός τραγουδιού,

    σαν καμπάνα που σπάζει
    με αργό θρήνο σιγό
    και στο δρόμο με κράζει,
    και σε κράζω κι εγώ.
    ——————————————————————-

    Ανδρέας Κάλβος, Ωδή εις θάνατον

    Εις τούτον τον ναόν,
    των πρώτων Χριστιανών
    παλαιότατον κτίριον,
    πώς ήλθον; πώς ευρίσκομαι
    γονατισμένος;

    Όλην την Οικουμένην
    σκεπάζουν σκοτεινά,
    ήσυχα, παγωμένα,
    τα μεγάλα πτερά
    της βαθείας νύκτας.

    Εδώ σίγα· κοιμώνται
    των αγίων τα λείψανα·
    σιγά εδώ, μη ταράξης
    την ιεράν ανάπαυσιν
    των τεθνημένων.

    Ακούω του λυσσώντος
    ανέμου την ορμήν·
    κτυπά με βίαν· ανοίγονται
    του ναού τα παράθυρα
    κατασχισμένα.

    Από τον ουρανόν,
    όπου τα μελανόπτερα
    σύννεφα αρμενίζουν,
    το ψυχρόν της αργύριον
    ρίπτει η σελήνη.

    Και ένα κρύον φωτίζει
    λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον·
    σβησθέν λιβανιστήριον,
    κερία σβηστά και κόλυβα
    έχει το μνήμα.

    Ω παντοδυναμότατε!
    τι είναι; τι παθαίνω;
    ορθαί εις την κεφαλήν μου
    στέκονται η τρίχες!… λείπει
    η αναπνοή μου!

    Ιδού, η πλάκα σείεται…
    ιδού από τα χαράγματα
    του μνήματος εκβαίνει
    λεπτή αναθυμίασις
    κ’ εμπρός μου μένει.

    Επυκνώθη· λαμβάνει
    μορφήν ανθρωπικήν.
    – Τι είσαι; ειπέ μου, πλάσμα,
    φάντασμα του νοός μου
    τεταραγμένου;

    Ή ζωντανός είσ’ άνθρωπος,
    και κατοικείς τους τάφους;
    Χαμογελάεις;… αν άφηκας
    τον άδην… ή ο παράδεισος
    ειπέ μου αν σ’ έχη.

    -Μη μ’ ερωτάς· το ανέκφραστον
    μυστήριον του θανάτου
    μην ερευνάς· τα στήθη,
    τα στήθη ‘που σ’ εβύζασαν
    εμπρός σου βλέπεις.

    Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου,
    αγαπητόν μου σπλάγχνον,
    ανόμοιος είναι η μοίρα μας,
    και προσπαθείς ματαίως
    ‘να με αγκαλιάσης.

    Παύσε τα δάκρυα. Ησύχασε
    το πάθος της καρδιάς σου.
    Αν η χαρά η ανέλπιστος,
    ότι με είδες, βρέχη
    τους οφθαλμούς σου·

    Μειδίασον, χαίρου, φίλε μου,
    μάλλον· αλλ’ αν η πίκρα,
    ότι τον ήλιον άφηκα,
    τώρα σε κυριεύη,
    παρηγορήσου.

    Τι κλαίεις; την κατάστασιν
    αγνοείς της ψυχής μου·
    και εις τούτο το μνήμα
    το σώμα μου αναπαύεται
    από τους κόπους.

    Ναι, κόπος ανυπόφερτος
    είναι η ζωή· η ελπίδες,
    οι φόβοι, και του κόσμου
    η χαραί και το μέλι
    σας βασανίζουν.

    Εδώ ημείς οι νεκροί
    παντοτινήν ειρήνην
    απολαύσαμεν, άφοβοι,
    άλυποι, δίχως όνειρα
    έχομεν ύπνον.

    Σεις οι δειλοί αχνύζετε,
    όταν τις ψιθυρίση
    τ’ όνομα του θανάτου·
    αλλ’ άφευκτος ο θάνατος,
    άφευκτος είναι.

    Μία και μόνη είναι
    η οδός, και εις τον τάφον
    φέρνει· εις αυτήν η ανάγκη
    αμάχητον με’ χείρα
    ωθεί τους ζώντας.

    Υιέ μου, πνέουσαν μ’ είδες·
    ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
    ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε
    και με φως και με θάνατον
    ακαταπαύστως.

    Το πνεύμα οπού μ’ εμψύχωνε
    του Θεού ήταν φύσημα,
    και εις τον Θεόν ανέβη·
    γη το κορμί μου, κ’ έπεσεν
    εδώ εις τον λάκκον.

    Αλλά το φέγγος χάνεται
    της σελήνης· σε αφίνω·
    πάλιν θέλω σε ιδείν,
    ότε η ζωή σου λείψη,
    και τότε μόνον.

    Με την ευχήν μου ύπαγε·
    άλλο δεν λέγω· θέλω
    εις την συνείδησίν σου
    τα λοιπά φανερώσειν
    ύστερον… χαίρε…

    Τέκνον μου, χαίρε… – Πρόσμενε
    τον υιόν λυπημένον
    μη παραιτήσεις. Έπεσε.
    Και μένουν οι οφθαλμοί μου
    εις βαθύ σκότος.

    Ω φωνή, ω μητέρα,
    ω των πρώτων μου χρόνων
    σταθερά παρηγόρησις·
    όμματ’ οπού μ’ εβρέχατε
    με γλυκά δάκρυα!

    Και συ στόμα οπού εφίλησα
    τόσαις φοραίς, με τόσην
    θερμοτάτην αγάπην,
    πόση άπειρος άβυσσος
    μας ξεχωρίζει!

    Αι, και άπειρος, ας είναι
    κ’ έτι φοβερωτέρα·
    εκεί μέσα ατάρακτος
    θέλω εγώ συντριφθείν
    γυρεύοντάς σας.

    Τώρα, τώρα τα χείλη μου
    δύνανται ‘να φιλήσουν
    του θανάτου τα γόνατα·
    ‘να στέψω το κρανίον του
    δύναμαι τώρα.

    Πού είναι τα ρόδα; φέρετε
    στεφάνους αμαράντους·
    την λύραν δότε· υμνήσατε·
    ο φοβερός εχθρός
    έγινε φίλος·

    Κείνος οπού το μέτωπον
    τρυφερών γυναικών
    αγκάλιασε, πώς δύναται
    εις ανδρικήν καρδίαν
    ‘να ρίψη φόβον;

    Ποίος άνθρωπος εις κίνδυνον
    είναι; τώρα οπού βλέπω
    τον θάνατον με θάρρος,
    εγώ κρατώ την άγκυραν
    της σωτηρίας.

    Εγώ τώρα εξαπλώνω
    ισχυράν δεξιάν
    και την άτιμον σφίγγω
    πλεξίδα των τυράννων
    δολιοφρόνων.

    Εγώ τα σκήπτρα στάζοντα
    αίματος και δακρύων
    καταπατώ· και καίω
    της δεισιδαιμονίας
    το βαρύ βάκτρον.

    Επάνω εις τον βωμόν
    της αληθείας, τα σφάγια
    τώρα εγώ ρίπτω· μ’ άφθονα
    τον λίβανον σωρεύω,
    μ’ άφθονα χέρια.

    Ως απ’ ένα βουνόν
    ο αετός εις άλλο
    πετάει, καιγώ τα δύσκολα
    κρημνά της αρετής
    ούτω επιβαίνω.

  4. ….σίγουρη, πως είναι αδύνατον να αντιλαμβανόμαστε όλοι το ντουέντε με τον
    ίδιο τρόπο….

  5. ttelesillaa Says:

    Η μαύρη μεγάλη θάλασσα που γίνεται μαύρη μεγάλη μοναξιά στην Αμοργό του Γκάτσου

    Όλη η Αμοργός, τι να λέμε:

    Tί να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπό σου;
    Tο ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ’ όνομά του
    Tο ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
    Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
    Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
    Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
    Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
    Άνθη πουλιά ελάφια
    Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
    Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ’ άλογα
    Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
    Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου.
    Γιατί κι εσύ θα ‘χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα ‘χει γεράσει.

  6. ttelesillaa Says:

    και το μαύρο μέλι μαύρο γάλα

    και η γιατρειά που δε βρίσκεται

    και δημοτικά στιχάκια όπως:

    Δεν είναι πόνος να πονεί
    πόνος να φαρμακώνει
    σαν την αγάπη την κρυφή
    που δεν ξεφανερώνει

    και το τα μάτια η πείνα εμαύρισε
    στα μάτια η μάνα μνέει

  7. ttelesillaa Says:

    και, για να μην αφήσουμε μόνο στο νταλκά του τον Χριστιανόπουλο που πρότεινε η Κόριννα πιο πάνω, :

    Τα σώματα που γδύνω και ασπάζομαι,
    δεν έχουν το δικό σου το μυστήριο.
    Ξέρω εκ των προτέρων τι θα βρω,
    τι θα τους πω, τι θα μου πουν αργότερα.
    Στο χάος του κορμιού σου έχασα τον μπούσουλα.

    Γρήγορα κάνε κάτι, κάπως λύσε με.
    Δεν ημπορώ να δω, δεν χαίρομαι.
    Απείλησέ με, κλείσε το τηλέφωνο.
    Βάλε το ταίρι σου να μου το πει ξεκάθαρα.
    Έχω ξεχάσει ξεγνοιασιά τι λέγεται.

    Κι όμως ετούτο με στηρίζει το μαρτύριο.
    Είναι το σπήλαιό μου, μια οπή της γης.
    Όλο εκειπέρα μέσα κουλουριάζομαι.
    Έξω δεν βγαίνω, μ’ ενοχλεί η απομάκρυνση.
    Για ‘μένα δεν υπάρχει άλλο μαρτύριο.

    (ο Γιώργος Ιωάννου Δούλος ιερός του έρωτα)

  8. Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει
    ν’ αλλάζεις το πετσί σου.
    Γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι.

    Μιχάλης Γκανάς

  9. «Νταλκάς», να μια ακόμη μεταφραστική λύση για το ντουέντε.

  10. Πάνου σε κόκκινα τριαντάφυλλα πέφτει η βροχή
    Κι οι σταγόνες είναι μεγάλες – πέφτουν συχνά.
    Για να σώσω τα λουλούδια βγάζω όλα τα πέταλα
    Τα τοποθετώ με πολλή φροντίδα μέσα στις τσέπες μου
    Και με το ‘να μου χέρι σφίγγω δυνατά τα’ αγκαθωτά κοτσάνια
    Με το άλλο θωπεύω τα’ αγκάθια γιατί σχίζουν το δέρμα.
    Το χέρι καλά πληγωμένο σου τείνω.
    Δεν το κοιτάς, προφασίζεσαι πως είσαι μακριά.
    Αποσύρω το χέρι.
    Το κρύβω στην τσέπη,
    Όξω παντού είναι λάσπη
    Κι ο κόσμος γελάει θωρώντας τα μαδημένα κοτσάνια.
    Δεν ξέρει πως πάνου στα πέταλα τώρα στάζει αίμα.

    Ω ότι κι αν κάνω γίνεται λάσπη!

    Νικόλαος Κάλας – Οδός Νικήτα Ράντου

  11. Αργύρης Εφταλιώτης, Τὸ τραγούδι τῆς ταβέρνας

    Πάρε μαχαίρι κόψε με καὶ ρῖξε τὰ κομμάτια μου,
    -μάτια μου-
    καὶ ρῖξ᾿ τα μέσα στὸ γιαλό.

    Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ μ᾿ ἄφησες, τὸ κόσμο αὐτὸ σιχάθηκα
    -χάθηκα-
    καὶ δὲν ἐλπίζω πιὰ καλό.

    Ἂν βάζεις τώρα τ᾿ ἄσπρα σου καὶ τὰ μαλαματένια σου,
    -ἔννοιά σου-
    θά ῾ρθει καιρὸς ποὺ θὰ θρηνῇς,

    ποὺ θὰ σταθεῖς στὸ μνῆμα μου νὰ πεῖς ἕνα παράπονο
    -κι ἄπονο-
    θὰ μ᾿ εὕρῃς ὅσο κι ἂν πονῇς.

    Πάρε φωτιὰ καὶ κᾶψε με κι ἀντάμα μὲ τὴ στάχτη μου
    -τ᾿ ἄχτι μου-
    μὲς τὰ πελάγη νὰ σκορπᾷς,

    νὰ μὴ σέ ῾βρῇ τὸ κρῖμα μου, μαριόλα μου Ἠπειρώτισσα,
    -ρώτησα-
    καὶ μοῦ ῾παν ἄλλον ἀγαπᾷς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: