Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ονείρου Τόπος

andersen210a

Μες από στράτα απόμονη κι απόσκια,
κι από κακούς μονάχα αγγέλους στοιχειωμένη,
όπου ένα Είδωλο που το ονομάζουν νύχτα,
στητό σε μαύρο θρόνο βασιλεύει,
μόλις σ’ αυτές τις χώρες έχω φτάσει,
από τ’ απόμακρα κάταχνης μιας Θούλης
απωναν άγριο, μαγεμένο τόπο, που υπέροχος απλώνει
πάνω απ’ το διάστημα, πάνω απ’ το χρόνο.

Κοιλάδες αβυθόμετρες, κύματα αφυνιασμένα.
βάραθρα, σπήλαια και τιτάνια δάση
-όπου τα σχήματά τους δε βολεί
να τα ξεκαθαρίσει ανθρώπου μάτι
από τα δροσοδάκρυα που σταλάζουν γύρωθέ τους-
βουνά που αιώνια πέφτουνε κατάραχα
σε θάλασσες με δίχως ακρογιάλι,
θάλασσες που ακατάπαυστα φρουμάζουν
για να πυργώσουνε στους πυρωμένους ουρανούς,
και λίμνες που απέραντα ξαπλώνουνε
τ’ απόμονα νερά τους, τ’ απομόναχα νερά τους, τα νεκρά.
τα σιωπηλά νερά τους, σιωπηλά και παγωμένα
από το χιόνι των γυρτών απάνωθε τους κρίνων

Σιμά σε λίμνες που ετσιδά ξαπλώνουνε
τ’ απόμονα νερά τους, τα’ απομόναχα νερά τους τα νεκρά
τα σιωπηλά νερά τους, σιωπηλά και παγωμένα
από το χιόνι των γυρτών απάνωθε τους κρίνων,
πλάι στα βουνά και δίπλα στο ποτάμι,
που μουρμουρίζει σιγαλά, που μουρμουρίζει αδιάκοπα,
σιμά στα γκρίζα δάση, μεσ’ στους βάλτους
που λημεριάζει ο φρύνος κι η γκουστέρα,
πλάι σε βαλτόνερα φριχτά και λασποτόπια,
όπου φωλιάζουν Γκουλ.
Σ’ όλα τα πιο καταραμένα κατατόπια,
σ’ όλες τις πιο βαρύθυμες γωνιές,
ο διαβατάρης ανταμώνει τρομαγμένος,
στου παρελθόντος την αχλύ ντυμένες γνωριμίες,
σκιές σαβανωμένες που αχνοτρέμουν και στενάζουν
καθώς περνάνε δίπλα στον περάτη,
λευκοφόρες σκιές φίλων, που από χρόνια
η αγωνία τους ξανάδωσε στη Γη και στα Ουράνια.

Για την καρδιά που τα δεινά τη δέρνουνε κοπάδι,
η ώρα αυτή μαλαχτικία στέκει παρηγορήτρα.
για πνεύμα που πλανιέται μεσ’ στ’ απόσκια
αυτό …ω αυτό είναι ένα Ελντοράντο.
Μα ο διαβατάρης που περνάει
ούτε μπορεί, μήτε τολμά ανοιχτά να την κοιτάξει.
Ποτέ τους τα μυστήριά της δε γδύνονται
μπροστά στο αδύναμο ανοιχτό του ανθρώπου μάτι.
Έτσι το θέλησεν ο βασιλιάς της που δεν στρέγει
τα κροσσωτά να ολανοιχτούνε ματοκλάδια.
Κι έτσι η βαρύπονη ψυχή που πέρασε από κείθε
διάμεσα από θαμπόγυαλα τη βλέπει.

Μεσ’ από στράτα απόμονη κι απόσκια,
κι από κακούς μονάχα αγγέλους στοιχειωμένη,
όπου ένα είδωλο, που το ονομάζουν νύχτα
στητό σε μαύρο θρόνο βασιλεύει,
μόλις ξανάρθα εδώ στο σπιτικό μου,
απ’ την απόμακρη, καταχνιασμένη Θούλη…

Μετάφραση: Νίκος Προεστόπουλος

edgar_poe1

Ένα Σχόλιο to “Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ονείρου Τόπος”

  1. ρε συ με πρόλαβες…
    ετοίμαζα κάτι για τις ερχόμενες μέρες

    Θα ανεβάσω και γω

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: