Τζόυς Μανσούρ, Δώδεκα ενδεικτικά

pola_7045_11974331003_l

Υπάρχει
ένας ξεμοναχιασμένος βράχος αδιαίρετος κάτω από το νταντελένιο μου θηκάρι
ένα μικρό πουλάκι με λοξά μάτια
που τσιμπάει την επιφάνεια του φλογισμένου μου βλέφαρου
ένας περιπαθής άσπρος σκύλος ανάμεσα στα δάχτυλά μου όταν υπογράφω
μια γλυκιά ευωδιά από γάλα όταν σκοτώνω
********************************************

Γυναίκα όρθια εξαντλημένη μαδημένη
οι μαύρες γάμπες της σαν να πενθούν τη νιότη τους
ακουμπά την κυρτωμένη ράχη της στον εχθρικό τοίχο
Ράχη κυρτωμένη απ’ των ανδρών τα όνειρα
Δε βλέπει πως η αυγή επιτέλους ήρθε
Τόσο ήταν η νύχτα της ατελείωτη

********************************************

Υπάρχει αίμα στο κροκάδι του αυγού
υπάρχει νερό πάνω στην πληγή του φεγγαριού
υπάρχει σπέρμα πάνω στον ύπερο του ρόδου
υπάρχει ένας θεός μες στην εκκλησία
που τραγουδά και πλήττει

********************************************

Η αμαζόνα έτρωγε το τελευταίο της στήθος
νύχτα πριν την τελευταία μάχη
το φαλακρό της άλογο ρουφούσε τη θαλασσινή φρεσκάδα
κόμπαζε
λύσσαε
χρεμέτιζε το φόβο του
που οι θεοί κατηφορίζανε απ’ τα βουνά της επιστήμης
μαζί τους φέρνοντας άντρες
και τα τεθωρακισμένα
******************************************

Μ’ αρέσει να παίζω με μικροπράγματα
Τ’ αγέννητα πράγματα ρόδινα στα μάτια μου της τρέλας
ξύνω, σουβλίζω, σκοτώνω, γελώ.
Νεκρά πράγματα δε σαλεύουν πιά
κι εγώ νοσταλγώ τον πυρετό μου της τρέλας,
λυπάμαι τα εκφυλισμένα γονικά μου
θα ‘θελα ν’ αφανίσω των ονείρων μου το αίμα
καταργώντας έτσι την μητρότητα

******************************************

Ο θάνατος είναι μια μαργαρίτα που κοιμάται
στα πόδια μιας μαντόνας σε οργασμό
κ’ οι χίλιες ντελικάτες δυσωδίες
ζοφερές σαν μια μασχάλη
σαν μια καρδιά αιματωμένες
κι αυτές μες στα κορμιά κοιμούνται
των γυμνωμένων γυναικών
που πλαγιάζουν στα λιβάδια
ή στους δρόμους ζητιανεύουν
τη φράουλα του έρωτα
την ψευτοχρυσωμένη
******************************************

Καθρεφτιζόμουνα στη βούρτσα των νυχιών μου
θυμάζοντας την τετράγωνη κοιλιά μου
τα δόντια μου θηρίου
τα ενσαρκωμένα μάτια μου
περιμένοντας να καταφτάσει το αβέβαιο
βαρύτιμα ντυμένη με αφρό από σαπούνι και σκατά
μικρούλης παπαγάλος μέσα σε κλουβί καταχρυσωμένο
αηδιασμένη που δεν κάνω τίποτα με κύρος

******************************************

Πνιγμένη σε βυθό ανιαρού ονείρου
μαδούσα τον άντρα
τον άντρα αυτή την αλειμμένη μαύρο λάδι αγκινάρα
που με την τροχισμένη γλώσσα μου μαχαιρώνω, γλείφω
τον άντρα που τουφεκάω, που αρνιέμαι
αυτόν τον άγνωστο που είναι αδελφός μου
και που μου στρέφει το άλλο μάγουλο
όταν χύνω το μάτι του το κλαψιάρικο τ’ αρνίσιο:
το άντρα που για τα κοινά είναι νεκρός, δολοφονημένος
χτες προχτές και πριν και πάλι
μες στα φτωχά του πεσμένα πανταλόνια υπερανθρώπου

***************************************

ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΚΝΗΜΕΣ

Αφού είσαι γέρος και δίχως ατού
Αφού λαχανιαζεις και ιδρώνεις μέσα στο σκοτάδι
Αφού τα χέρια σου αναζητούνε μιαν υγρή γωνιάν για ν’ αποθάνουν
Θ’ αγκυλώνω το τραγικό σου κούτσουρο με βελόνες φίνες βαμμένες στο μέλι
Και συ νησιώτη της νύχτας
θα χαχανίζεις με τ’ αγκαθερό σου στόμα
Αφού είσαι άλαλος μ’ όλο σου τον τρόμο κι οι μέρες σου είναι μετρημένες
Αφού δεν έχεις κνήμες
*****************************************

Τι κάνεις όταν το χρήμα δεν απαντά στην επίκληση
Σε ποιο θεό πιστεύεις όταν το νερό βρωμίζει
όταν το σάπιο ψωμί ολολύζει κάτω από το κρεβάτι
όταν η πανούκλα σκεπάζει το κορμί σου
με τις σκοτεινές πληγές της
Τι κάνεις όταν η αυγή βογκά
Πρέπει να τραγουδάς αγαπημένη μου
τα τραγούδια των μυρουδιών
Η αναισχυντία των κραυγών σου
πρέπει να περιδιαβάζει μέσα στο σκοτάδι των κοιμητηρίων
Τέλεια χτενισμένο το μαγεμένο αιδοίο στιλβωμένο
Τι κάνεις όταν μέσα στο χέρι σου
χιλιοκομματιάζεται ο πόλεμος
Τι κάνεις όταν η αυγή χλωμιάζει

*****************************************

Τη νύχτα είμαι το αλάνι στου εγκεφάλου τη χώρα
τεντωμένο επάνω σε φεγγάρι από μπετόν
η ψυχή μου ανασαίνει δαμασμένη απ’ τον άνεμο
και τη μεγάλη μουσική των μισότρελων
που μασάνε άχυρα από φεγγαρίσιο μέταλλο
και πετούνε και πετούν και πέφτουν
στο κεφάλι μου
αμολημένοι
χορέυω το χορό της χαοσύνης
πάνω στης μεγαλομανίας χορεύω το άσπρο χιόνι
ενώ πίσω από το παράθυρό σου εσύ
ζαχαρωμένη από λύσσα
λεκιάζεις των ονείρων σου το στρώμα
περιμένοντάς με

**********************************************

Χτυπά το τηλέφωνο
κι απαντά το πέος σου
βραχνιασμένου κανταδόρου η φωνή του
κάνει τις ανίες μου να φρίσσουν
και το σφιχτό αυγό που είναι η καρδιά μου
τηγανίζει

Μτφρ. Έκτωρ Κακναβάτος

joycemansour

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: