Χάρης Βλαβιανός, Κοριννοανθολογία

apple-snow-2-b

«FAITES VOS JEUX»

Και μια μέρα
εκεί που αγκαλιάζεις τον αγαπημένο σου φίλο
προσέχεις το χέρι σου πάνω στην πλάτη του
και νιώθεις ξαφνικά πως αυτό το χέρι δεν ανήκει σε σένα,
δεν είναι το δικό σου χέρι,
είναι το χέρι κάποιου άλλου,
κάποιου παρείσακτου
που εισέβαλε ακάλεστος στον ιδιωτικό σου χώρο,
και τώρα σε πλησιάζει, έρχεται κοντά σου,
και μπροστά στην ομήγυρη
σε ρωτάει με ύφος δημόσιου κατήγορου
«Qu’ as tu fait, qu’ as tu fait de ta vie?»
κι εσύ αντί να τον πετάξεις έξω με τις κλωτσιές
— οι καλεσμένοι έχουν ήδη καθίσει στο τραπέζι —
χαμηλώνεις το βλέμμα και δείχνεις να καταλαβαίνεις,
η ερώτηση δεν φαίνεται να σε αιφνιδίασε,
μάλλον την περίμενες,
και να που ήρθε,
έφτασε και σε αντικρύζει με βλέμμα αμείλικτο,
δεν μπορείς λοιπόν να συνεχίζεις να προσποιείσαι πως «η βραδιά είναι υπέροχη»,
να παίζεις το συνηθισμένο ρόλο του καλού οικοδεσπότη
(«θα πιούμε κόκκινο ή λευκό κρασί;»)
τα δεδομένα άλλαξαν κάπως, δεν νομίζεις,
υπάρχουν ακόμα ανοιχτοί λογαριασμοί
— θα προτιμούσες βέβαια να έχουν κλείσει
και αυτή τη στιγμή το θέμα της συζήτησης να ήταν
«το χοιρινό με τα δαμάσκηνα» ή
«ο Αλτουσέρ και οι τύψεις της ελληνικής Αριστεράς» —
αλλά δυστυχώς το θέμα είσαι εσύ
η ρουλέτα γυρίζει για σένα,
τίποτα δεν έχει τελειώσει,
όλα παίζονται,
γυρίζει και συ έχεις μόνο μία ευκαιρία να ρεφάρεις
— οφείλεις μιαν απάντηση έτσι δεν είναι; —
πρέπει να ποντάρεις σ’ έναν αριθμό
(άσε τα μονά και τα ζυγά, αυτά είναι για τους αρχάριους)
το δεκαοχτώ ίσως
η μέρα των γενεθλίων σου,
αλλά όχι, στις δεκαοχτώ είχαμε το Βατερλό
κι εμείς δεν θέλουμε δεύτερο Βατερλό σήμερα,
καλύτερα το εικοσιεννιά,
παίξε τη δική της μέρα,
οι Γάλλοι δεν λένε «όποιος κερδίζει
στην αγάπη κερδίζει παντού»
όμως εσύ τους Γάλλους τους απεχθάνεσαι,
ολόκληρη θεωρία έχεις φτιάξει για το παραλήρημα μεγαλείου τους,
τρεις απανωτές ήττες σε εβδομήντα χρόνια
1870, 1914, 1940,
τρεις φορές από τους Γερμαναράδες»
(κι αυτούς τους μισείς αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία)
«κι ύστερα στην Ινδοκίνα, Ντιέ Μπιέν Φου, 1954
στην Αλγερία 1961, κλπ. κλπ.
γι’ αυτό είναι τόσο ξιπασμένοι»
παίξε κάτι άλλο,
«Mesdames et Monsieurs faites vos jeux»
ωραία αποφάσισες στο εννέα,
όλες οι μάρκες στο εννέα,
«Mesdames et Monsieurs faites vos jeux»
το εννέα είναι καλός αριθμός,
πού ξέρεις μπορεί κι οι Μούσες να συγκινηθούν,
«Rien ne vas plus»
«Rien ne vas plus
(και δεν πρόλαβες να ρίξεις και μια μάρκα στο μηδέν
αφού πάντα το παίζεις το μηδέν,
έτσι λόγω «πεποιθήσεων»
— θα επανέλθουμε σ’ αυτές),
«trois Mesdames et Monsieurs»
το τρία κι έλεγες να το παίξεις κι αυτό
ο γιος σου δεν γεννήθηκε στις τρεις
ο γιος σου!
μήπως κι αυτός σε θεωρεί ξένο,
(τον τελευταίο χρόνο οι κουβέντες σας μόνο εγκάρδιες δεν είναι)
με τα χρόνια και τα πιο οικεία πράγματα
μας φαίνονται όλο και πιο ξένα,
το έχεις προσέξει και συ άλλωστε, ή μήπως όχι,
κι αυτή η διαμάχη ανάμεσα στον Ράσελ και τον Βιτγκενστάιν
για το αν «υπάρχει ένας ρινόκερως στο δωμάτιο»
— εσύ δεν ήσουν αυτός που στην προηγούμενη συνεστίαση
μας ανάγκασες για πολλοστή φορά
να υποστούμε τις απόψεις σου
για την προδοσία των αισθημάτων στην ποίηση
— είχες μάλιστα χρησιμοποιήσει τη λέξη «φόνος» —
(αναμασήματα του αυστριακού πάνω στο θέμα)
τώρα που το χέρι πάνω στην πλάτη του φίλου σου
(είναι άραγε ο φίλος σου;)
συνεχίζει να μην είναι δικό σου,
τώρα που αποχωρείς από αυτό το άθλιο επαρχιακό καζίνο
— καζίνο! εσύ που έχεις φάει μια περιουσία στο Baden Baden —
με κατεβασμένα τα μούτρα
σε τί σου χρησιμεύει φιλόσοφε της δεκάρας;
Ως έσχατο ανεπιχείρημα
μπορείς φυσικά να επικαλεστείς την αγάπη της
(μήπως και δακρύσουν οι μάρτυρες)
αν είσαι σίγουρος βέβαια πως αυτή που υπαινίσσεσαι
αγαπάει πράγματι εσένα
(«βάζετε ζάχαρη στον καφέ σας;»)
και πως είναι το ίδιο πρόσωπο
για το οποίο χρόνια τώρα μας μιλάς.

—————————————————————————————-

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

1. Αν ζήσεις μ’ ένα ποίημα, θα πεθάνεις μόνος.

2. Αν ζήσεις με δύο ποιήματα, θ’ αναγκαστείς να απατήσεις το ένα.

3. Αν συλλάβεις ένα ποίημα, θ’ αποκτήσεις ένα παιδί λιγότερο.

4. Αν την ώρα που γράφεις φοράς το στέμμα σου,
οι άλλοι θα σε κοροϊδεύουν.

5. Αν την ώρα που γράφεις δεν φοράς το στέμμα σου,
θα κοροϊδεύεις εσύ τον εαυτό σου.

6. Αν επαινείς τα ποιήματά σου, θα σ’ αγαπήσουν οι βλάκες.

7. Αν επαινείς τα ποιήματά σου κι αγαπάς τους βλάκες,
θα σταματήσεις να γράφεις.

8. Αν γράψεις ένα ποίημα και επαινέσεις το ποίημα κάποιου άλλου,
θα σ’ ερωτευθεί μια ωραία γυναίκα.

9. Αν γράψεις ένα ποίημα και επαινέσεις υπερβολικά το ποίημα κάποιου άλλου,
θα σε προδώσει μια ωραία γυναίκα.

10. Αν αφήσεις τα ποιήματά σου γυμνά,
θα σε κατατρύχει ο φόβος του θανάτου.

11. Αν σε κατατρύχει ο φόβος του θανάτου,
τα ποιήματά σου θα σε σώσουν.

12. Αν απαρνηθείς τα ποιήματά σου για την πεζογραφία,
θα βγεις σίγουρα κερδισμένος.
Η ποίηση θα αντέξει και χωρίς εσένα.

——————————————————————————————

ΟΡΑΤΟΤΗΣ ΜΗΔΕΝ

Καθώς την είδε ημίγυμνη
Κάτω από το φως των εξήντα βατ
Φώναξε
«Όχι άλλο πραγματικότητα!»

Οι άνθρωποι δεν μπορούν ν’αντέξουν πολλή πραγματικότητα.
Οι ποιητές
Ούτε κι αυτή τη λίγη
Που τους προσφέρει ο έρωτας.

—————————————————————————————-

LA MADRE E MORTA

Λες και είχε κάνει κρυφή συμφωνία με τον θάνατο
πέθανε τη μέρα των γενεθλίων σου.
Φρόντισε έστω και καθυστερημένα
να σου χαρίσει αυτό που πάντα ζητούσες—
μια νεκρή μητέρα.
Τώρα, ελεύθερη πια,
είσαι έτοιμη να δεχτείς με ανακούφιση
το τελευταίο, πολύτιμο δώρο της.
Μπορείς χωρίς ενοχές
να χύσεις πάνω στον τάφο της
όλα τα δάκρυα του μίσους σου
και ν’ αρχίσεις επιτέλους να ζεις.
Μόνη.
Σημαδεμένη από αυτή την απροσδόκητη χειρονομία
για πάντα.

——————————————————————————————

PORTRAIT OF A YOUNG MAN AS A MISERABLE POET

[γ’ σχεδίασμα/ελληνική εκδοχή]

…όπως τον φαντάστηκε ο J. S.

1.
Ντύνεται πάντοτε κομψά.
Φοράει μπλε σταυρωτά κουστούμια
με ανοιχτόχρωμα πουκάμισα και κόκκινες γραβάτες.
Είναι αυτός που φτάνει τελευταίος στα dinner-parties
και περπατάει μόνος στον κήπο του σπιτιού
παρακολουθώντας από μακριά τα ζευγάρια να χαριεντίζονται
και τους σερβιτόρους να φλερτάρουν διακριτικά
τα ψηλόλιγνα κοριτσάκια με τις χρυσές ανταύγειες και τα mules.

2.
Οι άντρες
(παχύσαρκα ανθρωποειδή
με την καλλιέργεια  του Ντάφυ Ντακ και τους τρόπους του Λόρδου Χάλιφαξ)
συζητούν —για τι άλλο;— την άνοδο των επιχειρηματικών επιτοκίων,
ενώ οι ανορθωμένες συμβίες τους
για το λαμπρό μέλλον των τέκνων τους—
Οξφόρδη, Χάρβαρντ, Σορβόννη.
Τον πλησιάζει με τρόπο η κυρία Κ. (με την αστραφτερή κόρη της Μ.)
— αμφότερες σεσημασμένες  μουσόπληκτες—
ζητώντας επίμονα να μάθουν
«τι γράφει τώρα».
«Τίποτα» απαντάει ξερά
και κατευθύνεται (τρέχοντας σχεδόν) στην αίθουσα του μπιλιάρδου,
αδειάζοντας καθ’ οδόν μισό ποτήρι ουίσκι
στην φωταγωγημένη πισίνα.

3.
Στο δωμάτιο το ανθοδοχείο είναι γεμάτο πασχαλιές.
Αύριο έχει λαϊκή και Βασιλόπουλο—
μη ξεχάσει τ’ απορρυπαντικά και το βερνίκι για τα παπούτσια.
Η Ουκρανή οικονόμος (ξανθός άγγελος εξ ουρανού)
του λέει να μην απελπίζομαι
«αφού στο τέλος όλα τακτοποιούνται».
Όπως οι παλιές του ερωμένες—
καλοπαντρεμένες, με δυο-τρία κουτσούβελα
και εξοχικό στην Άνδρο/ Τήνο/ Μύκονο.
«Με αγαπάει πραγματικά!» του λένε
κάθε φορά που τους τηλεφωνεί για να ευχηθεί.
Αλλά αυτό δεν είναι αγάπη,
είναι κοινός τραπεζικός λογαριασμός,
ψιθυρίζει εκείνος.

4.
Κάθεται σ’ ένα από τα μικρά καφέ της Πλατείας.
Μόνος,
διαβάζοντας ένα πληκτικό μυθιστόρημα.
Θα έπρεπε να έχει θυμηθεί το dictum:
«όταν είσαι σε δίλημμα
ένας νεκρός Ρώσος συγγραφέας
είναι πάντοτε η πιο ενδεδειγμένη λύση».
Νιώθει σαν τον Ομπλόμοφ,
λίγο πριν τη στιχομυθία της οριστικής απόρριψης.
Κάποτε
(πριν μία εβδομάδα;
τρεις μήνες;
δέκα χρόνια;)
κάποιος τον πλήγωσε βαθιά.
Ο πόνος είναι αφόρητος.

20060405173421_snow-bird

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: