Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, Η τελευταία μου Δούκισσα

duchess

Φ Ε Ρ Ρ Α Ρ Α

.
Αυτή εκεί στον τοίχο είναι η τελευταία μου Δούκισσα –
σαν νά ‘ναι ζωντανή. Το έργο αυτό θα το χαρακτήριζα
σήμερα ένα θαύμα. Το χέρι του Φρα Πάντολφ δούλεψε με σπουδή
μιαν ολόκληρη μέρα – και να τη. Παρακαλώ καθήστε και κοιτάξτε τη.
Είπα ‘Φρα Πάντολφ’ σκόπιμα, γιατί ποτέ δεν διάβασαν
ξένοι όπως εσείς, την απεικόνιση αυτής της έκφρασης,
το βάθος και το πάθος της επίμονης αυτής ματιάς,
δίχως να στραφούν (γιατί κανείς δεν κατεβάζει την κουρτίνα
που έσυρα για σας, μόνον εγώ), δίχως να με κοιτάξουν,
σαν να ρωτούν, αν το τολμήσουν,
Πώς γράφτηκε τέτοια ματιά; Ώστε δεν είστε ο πρώτος
που στραφήκατε και με ρωτήσατε. Δεν ήταν, κύριέ μου, μόνο
η παρουσία του συζύγου της που έφερε στο μάγουλο της Δούκισσας
το σημάδι της χαράς. Ίσως ο Φρα Πάντολφ να είπε
«Το μαγνάδι της κυρίας πέφτει πολύ στον καρπό του χεριού της»
ή «Ο χρωστήρας να μην ελπίζει πως θα αποδώσει
το αμυδρό κοκκίνισμα που σβήνει στο λαιμό της». Κι αυτή θεώρησε
τα λόγια αυτά αβρότητες και λόγο ικανό για να επιστρατεύσει
το σημάδι της χαράς. Γιατί είχε μια καρδιά -πώς να το πω;-
που εύκολα χαιρόταν, εντυπωσιαζόταν με το παραμικρό.
Της άρεσε ό,τι κοίταζε, κι η ματιά της έπεφτε παντού.
Ήταν όλα το ίδιο, κύριέ μου! Η εύνοιά μου στην αγκαλιά της,
το βασίλεμα του ήλιου, το κλαδί της κερασιάς
που κάποιος περιποιητικός ηλίθιος έκοψε στον κήπο για χάρη της,
η λευκή φοράδα που την πήγαινε βόλτα – όλα και το καθένα χωριστά
αποσπούσαν την ευαρέσκεια ή τουλάχιστον το κοκκίνισμά της.
Ήταν ευγνώμων σε όλους -καμιά αντίρρηση!- μα μ’ έναν τρόπο
-δεν ξέρω πώς- σαν νά ‘βαζε τη δωρεά του ονόματός μου,
ονόματος εννιακοσίων ετών, στην ίδια μοίρα με το δώρο οποιουδήποτε.
Ποιος θα καταδεχόταν ν’ ασχοληθεί με τέτοια ψιλοπράγματα;
Έστω κι αν είχες τη γλωσσική ευχέρεια (που δεν την έχω)
να εκφράσεις με σαφήνεια τη θέλησή σου και να πεις
«Τούτο ή εκείνο σ’ έσένα μ’ ενοχλεί . εδώ έπεσες έξω .
εκεί ξεπέρασες τα όρια» – κι αν ακόμη σ’ άκουγε υπάκουα
και δεν αντιμιλούσε με ετοιμότητα προβάλλοντας δικαιολογίες,
και τότε ακόμη το πράγμα θα ήταν για μένα ταπεινωτικό .
κι εγώ δεν τα καταδέχομαι αυτά. Ω, κύριέ μου, χαμογελούσε, ναι,
όταν μ’ έβλεπε, αλλά και ποιος δεν κέρδιζε το χαμόγελό της;
Κι αυτό δεν είχε τέλος. Έδωσα εντολές. Και τα χαμόγελα κοπήκαν
με το μαχαίρι. Να την εκεί, σαν νά ‘ναι ζωντανή. Θα σηκωθείτε;
Θα συναντήσουμε κάτω τη συνοδεία σας. Επαναλαμβάνω,
η γενναιοδωρία που ως γνωστόν χαραρακτηρίζει τον Κόμητα κύριό σας
εγγυάται την αποδοχή των σχετικών με την προίκα αξιώσεών μου,
μολονότι, καθώς ευθύς εξ αρχής σας εδήλωσα, η ίδια
η ωραία θυγατέρα του είναι το αντικείμενο της επιθυμίας μου.
Παρακαλώ, θα κατεβούμε μαζί. Παρατηρήστε ωστόσο
αυτόν τον Ποσειδώνα που δαμάζει ένα θαλάσσιο άλογο. Δικαιολογημένα
θεωρείται σπάνιο κομμάτι. Ο Κλάους του Ίνσμπρουκ
στον μπρούτζο το έχυσε για μένα!

μτφρ. Άρης Μπερλής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: