Στάτιος, Χιονάτη

snow_white_and_the_apple_ii_by_thundereq

Τρέξε αναγνώστη στα αβυθόμετρα πηγάδια της μνήμης σου
τα συναισθήματα ανάσυρε που χάθηκαν,
γιατί απόψε θα γίνεις πάλι παιδί την ιστορία ακούγοντας,
της ανώνυμης βασίλισσας, που οι κοινοί θνητοί την κάλεσαν
Χιονάτη.

Ο πρίγκιπας φόρεσε τις μπότες και το δερμάτινο,
Έφτιαξε τάκα-τάκα το μαλλί
και κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα του πύργου.
Καβάλησε τ’ άλογο και κοίταξε ανήσυχος το ρολόι του.
Είναι ο καλός πρίγκιπας του κάθε παραμυθιού
Ο πάντα παρόν
Και μονίμως απών.
Εκείνος για τον οποίον δεν νοιάζεται κανείς
Γιατί ξέρει ότι θα είναι πάντα εκεί
Πάντα στην ώρα του να προλάβει
Να πλακώσει τους κακούς,
Να σκοτώσει το δράκο.

Λευκή μιαν αχτίδα τ’ όμορφο του λούζει πρόσωπο.
Χλομιάζει αυτό μες στου φωτός το ευλαβικό το άγγιγμα,
Στο φόβο μέσα και στην αγωνία.
Καβαλάρης φευγάτος, από χωρίον εις χωρίον
καλπάζει απεδιογμένος,
Σκίζοντας ίδιος αστραπή του δάσους την κατάχνια.
Τρέχει για να προλάβει!
Τρέχει γιατί η Χιονάτη είναι ήδη νεκρή!
Το φέρετρο το γυάλινο φτιάχνουν οι νάνοι
Και το κορμί της τ’ όμορφο ντύνουν μες στα
Λουλούδια.
Φτάνει!
Τα μάτια γεμίζουν δάκρυα τα χείλη της όταν φιλάει,
Όταν το σιντεφένιο κόκκινο της παίρνει,
Όταν ξυπνάει!
Φύγαν μαζί κι οι νάνοι κοίτααν αυτούς
να φεύγουν.
Και η άνοιξη ευωδίασε.
. . .
Όταν σε ξέφωτο έφτασαν κατέβηκαν να ξεμουδιάσουν.
Ξάπλωσαν στο γρασίδι, στην απαλή χλόη απάνω.
Εκείνος έχυσε μέσα της τρεις, τέσσερις φορές
Και την παράτησε στη μέση του δάσους.
Φεύγοντας συνάντησε έναν κυνηγό
Του τα έσκασε να τη σκοτώσει
μην του σκαρώσει κανένα μπάσταρδο.
– δεν είχε όρεξη για τέτοια –
χάρηκε ο κυνηγός για το κονόμι.
Έψαξε, όχι πολύ, τη βρήκε.
Ξεσκισμένη, με το κορμί γεμάτο μώλωπες.
Έβαλε το δίκαννο στο πρόσωπό της, τράβηξε τη σκανδάλη
Φίγαν τα σκάγια και της το κάναν λιώμα.
Τα μυαλά της χυθήκαν γύρα κι ο κυνηγός
κούνησε το χέρι, τη σκέψη για να διώξει,
Δεν τράβηξε τη σκανδάλη
Της είπε να φύγει, έφυγε.
Γύρισε στο σπιτάκι των νάνων,
Καλύτερα να την κατάπινε η γη από την ντροπή της.
Οι νάνοι την κοίταξαν μ’ απορία,
Δεν είχαν ιδέα πια ήταν!

Ίσως έχετε ακουστά τη μνημονική διαταραχή
της οπισθοδρομικής αμνησίας.
Ο ασθενής ξεχνάει συστηματικά τις παλιές πληροφορίες
και οι καινούργιες διατηρούνται για μικρό χρονικό διάστημα.
Οι νάνοι έπασχαν απ’ αυτή τη διαταραχή
και η Χιονάτη βλέποντας ότι της έκαναν τις ίδιες ηλίθιες ερωτήσεις
το κατάλαβε!
Τους ξεφούρνισε λοιπόν το παραμύθι με την κακιά μάγισσα,
τον ομιλούντα καθρέφτη και όλες τις άλλες μαλακίες που όλοι
ξέρουμε και σιχαινόμαστε.

Στον πύργο κάθεται ο πρίγκιπας με τεντωμένα τα πόδια στον τοίχο
Ξεφυλλίζει αφειδώς ξέχειλες του καρνέ σελίδες
Διαγραμμένα ονόματα πριγκιπισσών κοιτώντας
(Α) να το! Χιονάτη, το διέγραψε.
Κοίταξε το επόμενο, Σταχτοπούτα.
Σηκώθηκε και μπήκε στο ντους.
Ο πρίγκιπας, ο απόφοιτος
των οικονομικών πανεπιστημίων,
με το ιδιωτικό νησί και τον ιδιόκτητο πύργο.
Ο πρίγκιπας που θα κάνει πρωκτικό με τη Σταχτοπούτα μέχρι της δώδεκα
Γιατί μετά η άμαξα της θα γίνει και καλά κολοκύθα.
Μούφες. Θα πηδήξει και θα την κάνει όπως πάντα.
( κι άσε την άλλη να περιμένει το γοβάκι)

Ενώ λοιπόν αυτός θα κάνει ό,τι κάνει
Οι νάνοι με τη μνημονική διαταραχή
Θα πρέπει να φροντίζουν τις παρατημένες του γκόμενες,
Θα πρέπει να ξεσκίζονται στα ανθρακωρυχεία
Να δουλεύουν στα εργοστάσια, υποσιτισμένοι
Και χωρίς ένσημα, κάτω από άθλιες συνθήκες,
Να ζουν σ’ εκείνη την ελεεινή βρωμοκαλύβα
Κι όλα αυτά, γιατί ποτέ δεν θα θυμηθούν το καθήκον τους.
Κάποια μέρα όμως θα καταλάβουν,
Θα πνίξουν τη Χιονάτη στον ύπνο της και
Θα φύγουν για τη μεγάλη πόλη.
Εκεί θα συναντήσουν τους κομπάρσους
Όλων των παραμυθιών, τους ξυλοκόπους, τους μυλωνάδες
Τους μαραγκούς, τους κυνηγούς, τους αγρότες

Και όλους αυτούς που κανείς δεν τους δίνει σημασία.
Τώρα μαζεύονται αντάμα με τους νάνους.
Τα σκαμμένα τους πρόσωπα,  είναι ένα πρόσωπο.
Τα ροζιασμένα τους χέρια ένα ζευγάρι χέρια.
Και η φωνή τους, μια φωνή.

( πρώτο πλάνο: το μεγάλο ρολόι της πόλης χτυπάει μια και μισή
οι εργάτες στέκουν στην πλατεία κατά χιλιάδες και τραγουδούν.
Οι φωνές των νάνων χάνονται στο θόρυβο)
– ο ουρανός είναι μαύρος –

Χορός Μαραγκών: Το ξύλο αδελφοί μου δύσκολα πλανάται,
Μα οι άνθρωποι όχι.
Χορός Γεωργών: Τη γη προσπάθησα να οργώσω, μάρτυρές μου
τα πετροχελίδονα, το πόδι μου χώθηκε μέχρι το γόνατο στη λάσπη,
στο ξερό πετσί της κόλλησε η μπότα μου. Μα παρ’ όλο τον κόπο μου
Δεν την όργωσα με όργωσε.
Χορός Νάνων: Τ’ ατσάλι αδάμαστο μένει στα μαύρα μας καμίνια,
Η φλόγα το λιώνει, μα ποτέ της δεν το κυβερνά.

( Ξαφνικά μπαίνει στο πλάνο, ο πρίγκιπας, κρατώντας τη νεκρή Χιονάτη.
Το ρολόι παύει και οι εργάτες σκορπάνε. Οι νάνοι παθαίνουν κρίση αμνησίας
Και ξεχνούν τα πάντα.
Στέκονται κοκαλωμένοι σε κύκλο, δεν θυμούνται πως βρέθηκαν στην τεράστια πλατεία και ούτε θα θυμηθούν, θα μείνουν εκεί, να τους ξεράνει το καλοκαίρι και να τους παγώσει ο χειμώνας, αμέτρητα καλοκαίρια και αμέτρητους χειμώνες.
Ώσπου στο τέλος να γίνουνε πέτρα.
Κι ο πρίγκιπας περνάει τώρα ανάμεσά τους.
Πηγαίνει τη Χιονάτη στο δωμάτιο με τα τρόπαια.
Την πιο περίοπτη θέση έχει κερδίσει.)

Αναγνώστη μην επιδιώξεις τέρψη ή αστεϊσμούς μ’ αυτό το τέλος
Γιατί ο πρίγκιπας είναι ο πάντα παρών πατέρας σου
και ο μονίμως απών γιος σου.

Ένα Σχόλιο to “Στάτιος, Χιονάτη”

  1. Attention!

    «Prose poem (poème en prose): a form of poetry written in PROSE.»

    (Εκ της εγκυκλοπαιδείας)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: