Λουξώριος, Σταλαγματιές

5a48_10

Ήμουν κάτω απ’ το πιάνο ξαπλωμένος. Το’ να ποδάρι του είχε σπάσει κι εγώ ήμουν μπρούμητα και με το κούτελο το στήριζα. Ούτε και ξέρω πόσα χρόνια πέρασα εκεί. Μα είδα αυτό που οι άνθρωποι δεν είχαν δει. Το πιάνο είχε από κάτω κουρδιστήρι…

Με μαύρο σμόκιν σε περίμενα, άσπρο πουκάμισο και φιόγκο. Και ήρθες κάποτε. Με το μακρύ σου το δαντελωτό φουστάνι, τα μαύρα μακριά μαλλιά, τ’ αστραφτερό χαμόγελο. Στα γόνατα ήθελα να πέσω μα δε λύγιζαν. Το πιάνο έπαιζε τ’ αγαπημένο σου πρελούδιο. Μου άγγιξες το μάγουλο. Σκληρά ήσαν τα χέρια σου…

Ήθελα να μιλήσω μα λαλιά δεν έβγαινε. Θα σου’ λεγα διάφορα. Μα πιότερο ήθελα να σε ρωτήσω, να, που βρισκόσουν, όταν για πρώτη φορά… σ’ αδίκησαν. Ούτε κι εσύ μιλούσες. Ίσως να έλεγες πως ήτανε παλιά· μαντίλα είχες στα μαλλιά και μάζευες άχυρα με μια τσουγκράνα…

Το πιάνο στηριζόταν τώρα σ’ ένα ζάρι. Κατέβασα το σκέπασμα, πάνω του σ’ ακούμπησα απαλά. Ο πολυέλαιος γλιστρούσε στο ταβάνι απόκοσμα, όπως εκείνες οι δαγκάνες στα μασίνια με παιχνίδια. Τα πέλματά σου πιάνω και τα λάτρεψα τα μάλα. Τα φίλησα και τα’ γλειψα· πρώτα αργά κι ήστερα μανιασμένα. Μετά άκουσα πατίνια. Καθώς απομακρύνθηκα σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά και μ’ έκοψε μαχαίρι· τεράστιο, μεγάλο. Μέχρι το σβέρκο η τομή, όμως δεν κύλησ’ αίμα… στάλα. Γυρνάω τα πόδια σου ν’ ανοίξω, μα δεν άνοιγαν. Έτσι τα σήκωσα ψηλά· χώρο να βρω μες το κορμί σου να εισβάλω…

Γύριζ’ ο πολυέλαιος και ζαλίστηκα. Το πρελούδιο ξανά και ξανά. Ήθελα ν’ ανοίξω τα χέρια μου και να στριφογυρίζω μεθυσμένος στη ζαλάδα κείνη, μα δεν άνοιγαν. Ξάφνου η κόρη ενός ματιού απ’ το παράθυρο. Κατέβαινε η δαγκάνα να σε πιάσει. Έπεσα εγώ μπροστά. Έτσι, καθώς με σήκωνε, κρέμασε το κεφάλι μου στην πλάτη…

Ο σκύλος με τσάκισε κομμάτια. Κόπηκε το κεφάλι κι έμεινε να χαμογελάει αναγκαστικά. Έτσι κι εσύ, είχες φυσιογνωμία νηπενθή. Τ’ αστραφτερό σου το χαμόγελο ήθελες ν’ αποβάλεις μα δεν έφευγε. Μέχρι που αντιλήφθηκες πως ο ένας τοίχος έλειπε… κι έπεσες πίστομα στο χαλί. Πολύ καιρό έμεινες εκεί· καιρό πολύ…

Π’ αγαπιόμασταν θυμήθηκες σ’ εκείνη τη σπηλιά. Προμήτωρ ήσουν τότε. Σώπασε κι ο Σοπέν και νοσταλγούσες… τις σταλαγματιές, που ηχούσαν στη λιμνούλα.

200810leemanwoman1

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: