Χαλίλ Γκιμπράν, Οι υπνοβάτες

POLA_7761_12455152423_l

Στην πόλη όπου γεννήθηκα ζούσε μια γυναίκα με την κόρη της, που περπατούσαν στον ύπνο τους.
Μια νύχτα, ενώ η ησυχία αγκάλιαζε τον κόσμο, η γυναίκα και η κόρη της, περπατώντας κοιμισμένες, συναντήθηκαν στον ομιχλοσκεπασμένο κήπο τους.
Η μητέρα μίλησε και είπε: «Επί τέλους, επί τέλους, ο εχθρός μου! Εσύ που μου κατάστρεψες τα νειάτα μου, εσύ που έφτειαξες τη ζωή σου πάνω στους δικούς μου κόπους. Αν μπορούσα θα σε σκότωνα».
Και η κόρη μίλησε και είπε:»Ω μισητή γυναίκα, εγωίστρια και γριά, που στέκεσαι εμπόδιο στην ελευθερία μου! Που θέλεις τη ζωή μου ηχώ της μαραμένης σου ζωής! Ας ήταν να πέθαινες!».
Εκείνη τη στιγμή ο κόκορας λάλησε και οι γυναίκες ξύπνησαν. Η μητέρα είπε γλυκά:»Εσύ είσαι αγάπη μου» και η κόρη απάντησε γλυκά: «Ναι χρυσή μου».

Απόδοση: Γ.Α. Προκοπίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: